Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Το Ξυπνημα

                                                            Το Ξύπνημα  


Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η επόμενη μάρτυρας, μια γυναίκα γύρω στα 40. Φορούσε τζην παντελόνι, μάλλινο μαύρο παλτό και κόκκινο κασκόλ. Κάθισε στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο.  
Ο Διοικητής του Τμηματος Ασφαλείας την κοίταξε από την θέση του. «Φέρε λίγο νερό στην κυρία, είναι ακόμα ταραγμένη» διέταξε το όργανο που στεκόταν ορθωμένο και σκληρό δίπλα στην πόρτα. Εκείνος τσακίστηκε να εκτελέσει την εντολή.
   «Λυπούμαστε τρομερά για την ταλαιπωρία» είπε στην γυναίκα. «Αλλά λόγω της ιδιότητάς σας, θα θέλαμε να μας εξιστορήσετε τα γεγονότα η ίδια, για να έχουμε μια αντικειμενική οπτική…»
   «Νομιζα ότι μισείτε τους δημοσιογράφους» τον έκοψε. «Και ειδικά, τους αριστερούς δημοσιογράφους…»
   «Το μίσος είναι μια δυνατή λέξη» είπε εκείνος, ίσως λιγο απολογητικά. «Ας πουμε ότι δεν τους εμπιστευόμαστε γενικά. Όμως ειδικά μετά από τα σημερινά γεγονότα, δεν ξερω ποιον άλλον μπορώ να εμπιστευτώ.» Το όργανο μπήκε με ένα ποτήρι νερό.
   «Εχω τουλάχιστον διακόσιους υπαξιωματικούς που δήλωσαν παραίτηση αμέσως μετά την πορεία. Αρκετοί είναι στο νοσοκομείο, οι περισσότεροι επικαλούνται ψυχολογικούς λόγους και αρνούνται να το συζητήσουν. Οσοι μιλούν γι αυτό μοιάζει λες και έπρεπε να βρίσκονται από πριν στο τρελάδικο.» Την κοίταξε έντονα. «Δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία σας, όχι σήμερα.»
   «Δεν έχω πρόβλημα να σας εξιστορήσω τα παντα. Ειμαι όμως βέβαιη ότι θα ακούσετε τα ίδια. Δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος ικανός να πει ψέματα ή να κατασκευάσει μια τέτοια ιστορία.»
   «Ωστόσο, δοκιμάστε.  Κι έπειτα, αν όσα άκουσα είναι έστω και στο μισό αλήθεια, με κάνει να μετανιώνω που δεν ήμουν κι εγώ εκεί.»
   Η δημοσιογράφος χαμογέλασε θλιμμένα. «Ίσως θα’πρεπε. Τώρα θα δηλώνατε κι εσείς παραίτηση.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά. Σκέφτηκε για λίγο, ύστερα κούνησε το κεφάλι σαν να έδιωχνε τους τελευταίους ενδοιασμούς κι άρχισε την ιστορία της:
   «Όλα πήγαιναν καλά. Η πορεία είχε κατέβει μέχρι την πλατεία χωρίς φασαρίες. Οι ΜΑΤατζήδες ακολουθούσαν σε όλη τη διαδρομή από το πεζοδρόμιο, με τις μάσκες βγαλμένες. Έμοιαζαν βαριεστημένοι.
   Και οι διαδηλωτές έμοιαζαν βαριεστημένοι. Επαναλάμβαναν τα συνθήματα της ντουντούκας μηχανικά, άτονα, με μόνο σκοπό να βγάλουν ντεσιμπέλ από τα αγανακτισμένα τους λαρύγγια. Το πάθος της αγανάκτησης είχε από καιρό πνιγεί σε ένα βούρκο απελπισίας και τρόμου, έτσι τώρα «ΝΟ-ΜΟΣ ΕΙ-ΝΑΙ ΤΟ ΔΙ-ΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡ-ΓΑ-ΤΗ» έβγαινε δυνατά μεν, σαν από μετρονόμο δε, αντηχώντας στις πολυκατοικίες από δύο, τρείς, αρκετές χιλιάδες στόματα. Τα πανό τρεμούλιαζαν από το ασύγχρονο βήμα και το κρύο. Οι ανάσες άχνιζαν.
   Καταλύσαμε στην πλατεία, μπροστά από το κτίριο της διοίκησης. Το ίδιο όπως κάθε φορά. Τα συνθήματα αραίωσαν και ο κόσμος έκανε πηγαδάκια, πιο πολύ για να ζεσταθεί, παρά για πολιτική συζήτηση. Κανείς τους εξάλλου δεν είχε διάθεση να συζητήσει πολιτικά. Οι Κόκκινοι συμφωνούν σε όλα μεταξύ τους, οπότε όλες οι συζητήσεις γίνονται γρήγορα βαρετές. Θα καθόμαστε εκεί για καμια ώρα υπογραμμίζοντας την αντίθεσή μας στην κυβέρνηση, ύστερα θα επιστρέφαμε στα ζεστά μας σπίτια, όπως έχουμε συνηθίσει. Τα ΜΑΤ ξεροσταλιάζανε στην περίμετρο, ενας μπλε κυματοθραύστης.
   Μια ομάδα Μαύρων εμφανίστηκε θαρρείς από το πουθενά, σαν κακοήθεια, καταμεσής στη διαδήλωση. Ίσως να ήταν εκεί από νωρίτερα, παρέα με τους χίπηδες που πίνουν μπάφους όλη μέρα. Θα ήταν καμιά πενηνταριά νοματαίοι κι αμέσως καταλάβαινες ότι ήταν έτοιμοι για καβγά. Κάποιων η κατάμαυρη περιβολή έσπαγε από μια κόκκινη νότα, ένα μαντήλι δεμένο στο πρόσωπο, μια κονκάρδα με κόκκινο αστέρι, ή κόκκινα παπούτσια. Οι περισσότεροι ήταν σκοτεινοί σαν το χάος, ασορτί με τη βία. Κρατούσαν ρόπαλα στα χέρια.
   «Τους μαλάκες…» είπε κάποιος. Κάποιοι κοίταξαν προς τα κεί ανήσυχοι. Αρκετοί άρχισαν να τους κράζουν, «ρε τι πατε να κάνετε, θα μας παρετε στο λαιμό σας, θα μας πνιξουν στα χημικά, είμαστε περικυκλωμένοι», όμως κάθε επιχείρημα υποχωρούσε μπροστά στη θέα των στυλιαριών, που η κανονική τους θέση ήταν σε κάποιο αγρόκτημα. Μόλις τους είδαν, οι χίπηδες εξαφανίστηκαν από την πλατεία.
   Οι Μαύροι χωρίστηκαν σε ομάδες και κάθε ομάδα κατευθύνθηκε προς μια Μπλε διμοιρία. Φορούσαν τα σακκίδια τους μπροστά και ανοιχτά, για να εφοδιάζονται πυρομαχικά. Ενας απο κάθε ομάδα κρατούσε μια σβηστή μολότοφ στο χέρι.
     «Το κακό συμβαίνει γρήγορα, λένε.» Η γυναίκα άφησε ένα νευρικό γελάκι, ήπιε λίγο νερό και συνέχισε.
   «Το πρώτο δακρυγόνο χτύπησε έναν Μαύρο που επιχείρησε να ανάψει την μολότοφ. Το κάνιστρο τον βρήκε στο στήθος και τον τίναξε μισό μέτρο πίσω. Η μολότοφ του έπεσε στα πόδια κι έσκασε, τυλίγοντάς τον σε μια κίτρινη λάβρα. Ήμουν δέκα μέτρα μακριά και πάλι ένιωθα τη θερμότητα.
«Τα μπουκάλια!» φώναξε κάποιος. «Εχει τα μπουκάλια πάνω του!»
   Η τσάντα στο στήθος του πεσμένου Μαύρου, είχε ήδη λαμπαδιάσει από τις αναθυμιάσεις. Ο ίδιος καιγόταν ήδη στην πλάτη και τα πόδια, ενώ κάπως κατάφερε να καίγονται και τα μαλλιά του. Ηταν ζήτημα δευτερολέπτων μέχρι να αναφλεγούν οι υπόλοιπες μπουκάλες και πάλευε να σηκωθεί, να σβήσει τις φλόγες και να βγάλει την τσάντα ταυτόχρονα, χωρίς να καταφέρνει τίποτα από αυτά.
Τότε εμφανίστηκε εκείνη η κοπέλα, Μαύρη κι αυτή, ο Θεός να την έχει καλά, που λέει ο λόγος. Τον πάτησε στο στήθος, χώνοντας το πόδι της κάτω από την τσάντα, καθηλώνοντας τον κάτω. Εκείνος σήκωσε τα χέρια προς το μέρος της, είτε από έκπληξη είτε επειδή κατάλαβε και τότε εκείνη άρπαξε την τσάντα, και με μια κίνηση την έβγαλε και την εκτόξευσε στην διμοιρία πίσω της. Αμέσως μετά έπεσε πάνω στον σύντροφό της, προσπαθώντας να του σβήσει τις φλόγες.
   Το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Η φλεγόμενη τσάντα έσκασε ένα δευτερόλεπτο αφού έφυγε από το χέρι της κοπέλας. Ηταν δύο εκρήξεις, σχεδόν ταυτόχρονες, που έλουσαν τέσσερις μπάτσους με υγρή φωτιά, κάνοντάς τους να υποχωρήσουν άτακτα. Και τότε μπήκαν στο παιχνίδι όλες οι διμοιρίες μαζί.
   Οι βομβίδες κρότου λάμψης έσκαγαν διαδοχικά, μέχρι που τέλειωσαν όλα. Ο πανικός διαπέρασε το πλήθος όπως το ρεύμα στα καλώδια. Οι μισοί ούρλιαζαν, οι άλλοι μισοί έβηχαν. Οι πολιτικοί έτριβαν τα χέρια τους πίσω από τις γρίλιες.
   Η διμοιρία που δέχτηκε το φλεγόμενο σακκίδιο είχε αγριέψει περισσότερο από τις υπόλοιπες και τωρα κινούνταν απειλητικά και με σχηματισμό προς τους δυο πεσμένους ακόμα Μαύρους. Εκτόξευαν δακρυγόνα, βομβίδες, γκλοπιές και κατάρες. Μια στιγμή πριν πέσουν πάνω στα δυο παιδιά, οι σύντροφοί τους έτρεξαν σαν σμήνος, πέφτοντας στο κέντρο της διμοιρίας, διαλύοντάς την προσωρινά. Άλλοι τέσσερις πήραν σηκωτούς τους δυο τραυματίες.
   «Τα Μαυροπούλια! Αυτοί τα άρχισαν όλα!» ούρλιαζε η Κόκκινη ντουντούκα. Αρκετές ομάδες Κόκκινων άρχισαν να κατευθύνονται προς τους Μαύρους. Είχαν κι αυτοί στυλιάρια, με σημαία στην άκρη.
   Οι μπάτσοι δίστασαν. Ολοφάνερα, προσπαθούσαν να αποφασίσουν αν θα τους άφηναν να κάνουν αυτοί τη δουλειά, ή αν θα επέμβαιναν. Τελικά, έγιναν και τα δύο. Φαίνεται ότι οι Μαύροι που εγκλωβίστηκαν μεταξύ της διμοιρίας και των Κόκκινων, ήταν μόνο οι μισοί. Άλλοι τόσοι, κάπου τριάντα άτομα, βρίσκονταν πίσω από τους Κόκκινους. Και, θρασίμια όπως είναι, αποφάσισαν να αντεπιτεθούν.
    Το να πει κανείς ότι περικύκλωσαν τους Κόκκινους θα ήταν αστείο, αφού εκείνοι ήταν χιλιάδες. Κατάφεραν όμως να τους ξαφνιάσουν. Ο αιφνιδιασμός είχε ως αποτέλεσμα να διασπαστεί η συνοχή και η μάχη να εκτελείται τώρα σε δύο μέτωπα. Οι Μαύροι όρμησαν στο πλήθος χτυπώντας τυφλά, εξοργισμένοι με την κατασυκοφάντηση της ντουντούκας. Αυτοί τα είχαν με τους μπάτσους. Δεν τους ενδιέφεραν οι Κόκκινοι, ούτε οι ιδέες τους.
   Τότε τα ΜΑΤ ξαναμπήκαν στον χορό, με ακόμα περισσότερα χημικά, ενώ άρχισαν να κοπανάνε όποιον έβρισκαν με τα γκλοπ γυρισμένα από την ανάποδη. Ηρθαν κι άλλες διμοιρίες από τα γύρω στενά, που πιθανότατα ξεκίνησαν με το πρώτο «μπαμ». Βιαστικοί να επιβάλλουν την τάξη, άρχισαν να πετούν πέτρες και μάρμαρα προς τους ακάλυπτους διαδηλωτές πριν καν φτάσουν δίπλα στους Μπλε συντρόφους τους.
   Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε το πανδαιμόνιο, εξ αιτίας αυτού που έγινε μετά. Μπορεί να ήταν λεπτά, μπορεί να ήταν ώρες. Εχω μπερδευτεί, καταλαβαίνετε τι εννοώ… Κι αν δεν καταλαβαίνετε, είναι επειδή δεν ήσασταν εκεί.
   Η Μπλε φάλαγγα ξάπλωνε κάτω αδιακρίτως όποιον διαδηλωτή έβλεπαν μπροστά τους. Οι Μαύροι, όσοι απέμεναν, ήταν ή αναίσθητοι, ή πάνω από τους τραυματίες συντρόφους, προσπαθώντας να τους συνεφέρουν μέσα στο πανδαιμόνιο. «ΞΥΠΝΑ ΚΑΙ ΜΥΡΙΣΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ» ούρλιαζε ενας στον φίλο του, γελώντας τρελά.
   Οι Κόκκινοι βαρούσαν με μανία τους μπάτσους, τώρα που τέλειωσαν οι Μαύροι. Αδιαφορούσαν για τα δακρυγόνα που κανονικά θα τους είχαν εξαποστείλει προ πολλού. Τα χημικά ήταν το τελευταίο προπύργιο των μπάτσων πριν βάλουν σε λειτουργία τις «αύρες» νερού. Και τώρα, τα δακρυγόνα δεν έπιαναν, ενώ «αύρες» δεν υπήρχαν. Οι διαδηλωτές πίεζαν τις διμοιρίες, κοπανώντας τους με τα στυλιάρια και βγάζοντας τους τις μάσκες.
   Μου φαινόταν απίστευτο που κανείς δεν έτρεχε να σωθεί, παρά μόνο ο κάθε τραυματίας ή θύμα των μπάτσων, είχε πάνω του σαν τσαμπί κρεμασμένους δυο, τρείς ή και περισσότερους ανθρώπους.
   Σαν να συμβαίνει τώρα, το βλέπω πάλι μπροστά μου, εκείνη την διμοιρία να διαλύεται εντελώς. Οι μισοί άντρες ήταν ήδη κάτω χωρίς μάσκες και η πίσω γραμμή που έσπευσε να τους καλύψει σκόνταψε πάνω τους, με αποτέλεσμα να σωριαστούν όλοι κάτω. Σαν τους πίθηκους σε εκείνη την παλιά ταινία, οι διαδηλωτές έβγαλαν ένα θριαμβευτικό ουρλιαχτό που σου έκοβε το αίμα και όρμησαν σηκώνοντας ταυτόχρονα δέκα, είκοσι στυλιάρια προς δέκα, είκοσι πρόσωπα. Ενας τράβηξε όπλο.
   Τότε έγινε αυτό το… πώς να το ονομάσω… Ξερετε, δεν πιστεύω στον Θεο, ιδεολογικα, ωστόσο… Ισως τα μαγνητικά πεδία, ή τα χημικά να μας δημιουργησαν παραισθήσεις. Ή οι εξωγήινοι, δεν ξέρω πως αλλιώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο.
Ο χρόνος άρχισε πράγματι να κυλά πιο αργά. Για όλους μας. Πως το κατάλαβα; Όπως το κατάλαβαν όλοι. Κοιταζόμασταν χωρίς να πιστεύουμε αυτό που συμβαίνει. Τα πάντα και όλοι όσους έβλεπα, κινούνταν σαν μέσα σε διάφανο σιρόπι. Τα ρόπαλα άρχισαν να κατεβαίνουν εκατοστο εκατοστό. Στα πρόσωπα των ροπαλοφόρων η οργή είχε αντικατασταθεί από τον τρόμο. Ολοι είχαμε συνείδηση του τι μας συνέβαινε, όμως δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Τα βλέμματα έψαχναν αριστερα-δεξια για βοήθεια.
   Τα στυλιάρια δεν είχαν κατέβει ούτε στο μισό της διαδρομής και οι ροπαλοφόροι προσπαθούσαν ήδη απεγνωσμένα να σταματήσουν την φονική τους κίνηση, χωρίς να το καταφέρνουν, λες και τα ρόπαλα είχαν μπει σε μια τροχια ακλόνητη σαν τη μοίρα. Τα πρόσωπά τους συσπώνταν με μανία, κατακόκκινα από την προσπάθεια, από την φρίκη του να βλέπουν τον εαυτό τους σε αυτή την κατάσταση χωρίς να μπορούν να τον ελέγξουν. Δεν ήθελαν να δουν το ρόπαλο να σπάει κάποιο κεφάλι, δεν θα το άντεχαν, όχι τοσο αργά.
   Οι ήχοι είχαν συμπυκνωθεί κι αυτοι, ακριβώς σαν ταινία σε αργή κίνηση. Η φασαρία της πλατείας είχε βαθύνει σε έναν υπόκωφο βόμβο. Οι κραυγές του κόσμου ακούγονταν τώρα σαν μουγκρητά φάλαινας, ενώ οι εκρήξεις των χειροβομβίδων θύμιζαν κύματα που σκάνε πάνω σε βράχο. Οι ήχοι ήταν που με βοήθησαν να καταλάβω ότι ο χρόνος επιβραδύνεται κι άλλο. Το βούισμα της διαστρεβλωμένης πραγματικότητας ακουγόταν όλο και πιο μπάσο, μέχρι που δεν το έπιανε το αυτί.
   Είχαν πια όλοι παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια. Οι περισσότεροι είχαν κλείσει τα μάτια, περιμένοντας το τέλος. Μαζί τους κι εγώ. Κάποιοι σίγουρα τα είχαν κάνει πάνω τους.
   Επικράτησε ησυχία. Κράτησε αρκετά για να πιστέψω ότι πέθανα, ότι αυτό ήταν το πέρασμα στον άλλο κόσμο, πιο κινηματογραφικό, πιο τρομακτικό από ότι είχα φανταστει ποτέ.
   «Τε- τε- τελείωσε;» τραύλισε κάποιος. Ανοιξα τα μάτια. Ηταν όλοι κοκκαλωμένοι στις θέσεις τους… ή σχεδόν όλοι. Κάποιοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι μπορούν και πάλι να κινηθούν κανονικά. Ενας από αυτούς ήταν ο ροπαλοφόρος που είχε σηκώσει πρώτος το στυλιάρι. Το ρόπαλο είχε ήδη αγγίξει τον αριστερό κρόταφο του μπάτσου, πιέζοντας το δέρμα. Φουριόζος το τράβηξε απότομα πίσω. Δεν υπολόγισε όμως σωστά τη δύναμή του και το κοντάρι εκτοξεύθηκε μακριά. Μια ξαφνιασμένη κραυγή ακούστηκε και μετά πάλι ησυχία. Όλοι κοιτούσαν γύρω τους με μια μίξη ανακούφισης, αγωνίας και απόλυτης έκπληξης. Τα δακρυγόνα δεν έκαιγαν πια το πρόσωπο.
   Οι ήχοι επέστρεψαν όπως το χάραμα σε κάποιο χωριό.  Μουρμουρητά και χαμηλές φωνές, σκόρπια στην αρχή, από τους διαδηλωτές που προσπαθούσαν να συνέλθουν. Άλλοι έκλαιγαν, άλλοι γελούσαν και άλλοι έκαναν και τα δυο. Σαν ναρκωμένοι, έβλεπες Μαύρους να δίνουν το χέρι σε μπάτσους κι αυτοί να τους αγκαλιάζουν κλαίγοντας, έβλεπες Κόκκινους να έχουν ρίξει τις σημαίες τους και να βοηθούν τους τραυματίες Μαύρους και, ανάμεσα τους, περιφέρονταν ματατζήδες, κλαίγοντας, βοηθώντας όποιον είχε ανάγκη.
   Οι χίπηδες, είχαν επιστρέψει και περιφέρονταν ανάμεσα στο πλήθος, με ένα ηλίθιο, θρησκευτικό χαμόγελο στο πρόσωπό. Μερικοί κοίταζαν προς τον ουρανό, σαν να έψαχναν ένα ιπτάμενο αντικείμενο πολύ δυσδιάκριτο για να εντοπιστεί αμέσως. Φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα.» Η δημοσιογράφος άδειασε το ποτήρι της.
   Αυτά είχα να πω. Μπορώ να φύγω τώρα; Είμαι σίγουρη ότι και οι άλλοι θα σας πουν τα ίδια, αν όχι πολύ παρόμοια πράγματα.»
   Ο Διοικητής την κοίταξε για  λίγο, αμίλητος, απογοητευμένος. Την έδιωξε με μια κίνηση του χεριου. «Μπορείτε να πηγαίνετε. Θα σας ειδοποιήσουμε αν χρειαστεί.» Φαινόταν μετανιωμένος για το νερό που της πρόσφερε.




HR
  
  

   

1 σχόλιο: