Κάποιοι καθηγητές, λόγω πολύχρονης εμπειρίας στον κλάδο τους, αναπτύσσουν τα εκτός της αίθουσας ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα τους σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σε τόσο μεγάλο μάλιστα, που αρχίζει να υποσκελίζεται η διάλεξη ως δραστηριότητα διάδρασης με τους φοιτητές,οπότε καταντάει αγγαρεία. Αυτό είναι βέβαια κάτι που οι φοιτητές το αντιλαμβάνονται και αντιδρούν με τον τρόπο τους, που θα περιγράψω παρακάτω.
Αρχίζει λοιπόν κατά τη διάρκεια της διάλεξης να κάνει την εμφάνισή της η βαρεμάρα και η ακινησία και, κατά συνέπεια η χαμηλή παραγωγικότητα, ειδικά όταν η διάλεξη αφορά σεμιναριακό μάθημα, για δυο βασικούς λόγους: 1ον, τα σεμινάρια είναι μαθήματα υποχρεωτικής παρουσίας, με μικρό όριο απουσιών και, 2ον, υποτίθεται ότι θα πρέπει να συντελείται εξαγωγή έργου μέσα από αυτά, από τον κάθε φοιτητή ξεχωριστά και τελικά, στο σύνολο του σεμιναριακού κύκλου να προωθείται ο ερευνητικός τομέας.
Αυτές οι υψηλές απαιτήσεις βαραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση, όταν υπάρχει μειωμένο ενδιαφέρον και από τις δυο πλευρές, διότι πλέον το μάθημα αποτελεί κι «επίσημα» μια υποχρέωση που πρέπει να συντελεστεί, κάτι σαν εξαγωγή δοντιού.
Αρχίζει επίσης να κυκλοφορεί η φήμη ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής προάγει εύκολα τους φοιτητές, βάζοντας τους συγκριτικά υψηλές βαθμολογίες για το έργο που παράγουν, κάτι που όπως θα δούμε έρχεται ως συνέπεια όλων των παραπάνω.
Με αυτά τα δεδομένα, αρχίζουν να επιλέγουν το μάθημα φοιτητές με μειωμένο ενδιαφέρον για το αντικείμενο, αυτοί που θέλουν απλά να πάρουν πτυχίο σαν κάποια τυπικη τους υποχρέωση. Προφανώς αυτό ανατροφοδοτεί όλη την κατάσταση.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής είναι λογικό να απογοητεύεται από τις επιδόσεις των φοιτητών του, ειδικά όταν δεν έχει κάνει την αυτοκριτική του. Διότι αν το είχε κάνει, τότε θα έβλεπε ότι εξαρτάται από το δικό του σθένος κι ενθουσιασμό που δείχνει για την διάλεξη, το να μεταδοθεί και στους φοιτητές. Το γεγονός ότι είναι πολυγραφότατος λόγω πολύχρονης εμπειρίας, με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του παίζει έναν καταλυτικό ρόλο στην κατάσταση.
Αυτό γιατί αυξάνει δυσανάλογα η διαφορά του γνωσιακού επιπέδου του καθηγητή και των φοιτητών, πόσο μάλλον όταν αυτοί οι φοιτητές έχουν και μειωμένο ενδιαφέρον. Έτσι,έχοντας πρακτικά απεριόριστο υλικό να παραθέσει σε ελάχιστο χρόνο, ο εκπαιδευτικός αρχίζει να «πυροβολεί» τους φοιτητές με πληροφορίες, να τους«πληροβολεί» θα λέγαμε εισάγοντας ένα νεολογισμό.
Έχουμε λοιπόν μια συνάρτηση από περιορισμένο χρόνο, μεγάλο όγκο πληροφοριών, φοιτητές με μειωμένο ενδιαφέρον που μισοκοιμούνται ή παίζουν με τα κινητά τους στην αίθουσα και καθηγητές ήδη κουρασμένους από την εμπειρία. Το αποτελεσμα ειναι διαλέξεις χαμηλής ποιότητας, στο μέτρο που η ποιότητα ορίζεται από την παραγωγικότητα του σεμιναρίου.
Έτσι, ο διδάσκων έρχεται στην αίθουσα χωρίς ουσιαστικό κίνητρο, πέραν αυτού της αμοιβής. Έρχεται για να τα πει και να φύγει. Αν προκύψει κάποια εξέλιξη από την διάλεξη, δηλαδή κάποιος που να ενδιαφέρεται πραγματικά για το μάθημα, τότε όχι μόνο είναι ευπρόσδεκτος, αλλά προξενεί κι έκπληξη.
Σκεπτόμενοι δια της άτοπου απαγωγής, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι λιγότερο έμπειροι καθηγητές δείχνουν μεγαλύτερο ενθουσιασμό για το μάθημα, που έχει σαν συνέπεια την μεγαλύτερη μεταδοτικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο τους εκτός της αίθουσας είναι ίσως εκτενές, αλλά όχι τόσο ώστε να υποσκελίσει το ενδιαφέρον τους για τις διαλέξεις. Ούτε είναι τυχαίο το ότι τα μαθήματα τους προτιμώνται από φοιτητές με γνήσιο ενδιαφέρον, άρα και κινητικότητα, που αναβαθμίζουν έτσι την παραγωγικότητα του στην αίθουσα.
Επίσης, οι ίδιοι καθηγητές, που συνήθως είναι κάτω των 40 ετών, πλην κάποιων εξαιρέσεων, έχουν υψηλότερες απαιτήσεις από τους συμμετέχοντες φοιτητές και άρα βαθμολογούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα. Αυτό ανατροφοδοτείται από το αυξημένο ενδιαφέρον των ίδιων των φοιτητών, που ουσιαστικά ανεβάζουν από μόνοι τους τον πήχη. Επέρχεται έτσι ένα είδος ισορροπίας μεταξύ του επιπέδου πληροφόρησης του καθηγητή και των φοιτητών, που στην πράξη αποδεικνύεται εξαιρετικά γόνιμη. Συμβαίνει δηλαδή η ακριβώς αντίθετη διαδικασια.
Για την μεταβολή του αρχικού παραδείγματος, δηλαδή του καθηγητή – αγγαρειομάχου, απαιτούνται δραστικές λύσεις. Η πιο αποτελεσματική θα ήταν η μετεκπαίδευση των καθηγητών σχετικά με τις προφορικές διαλέξεις και η συνεχής αναβάθμιση της εκπαιδευτικής τους ιδιότητας , από την αρχή της καριέρας τους μέχρι το τέλος. Υπάρχουν ήδη τέτοια σεμινάρια, στα οποία συμμετέχουν όσοι ενδιαφέρονται περισσότερο για την αίθουσα παρά για το πεδίο κι επίσης όσοι έχουν την ικανότητα να παραμερίζουν τον εγωισμό τους. Αυτή η λύση δεν διαφαίνεται στον Ελληνικό ορίζοντα, για λόγους κόστους αλλά και για λόγους ίσως ψυχοκοινωνικούς.
Μια άλλη λύση, πιο Σολομώντεια, θα ήταν η απομάκρυνση τους από το επάγγελμα λόγω αναποτελεσματικότητας. Ωστόσο ούτε και αυτή η λύση διαφαίνεται στον ορίζοντα, λόγω της διαπλοκής στους ακαδημαϊκούς κύκλους, της εξουσίας που κατέχουν οι ακαδημαικοι και της διαφθοράς που αυτή συνεπάγεται.
Μια πειραματική λύση, που προϋποθέτει την διατήρηση της παρούσας εκπαιδευτικής δομής και που προτείνεται μέσω του παρόντος κειμένου, είναι ο «υποτιτλισμός» της μεθόδου διάλεξης των καθηγητών. Όλων των καθηγητών, ανεξαρτήτου της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούν. Αυτός ο υποτιτλισμός θα μπορούσε να έχει την μορφή μιας εβδομαδιαίας διάλεξης, ενός φροντιστηρίου δηλαδη, που θα έχει ως θέμα της την παρουσίαση της διδακτικής μεθοδολογίας που ακολουθεί ο κάθε εκπαιδευτικός.
Αυτή η μέθοδος, καθώς έχει αναστοχαστικό χαρακτήρα, θα μπορούσε να συντελεστεί και από τους ίδιους τους καθηγητές για τον εαυτό τους, υποθέτοντας ότι έχουν το απαραίτητο επίπεδο αυτογνωσίας. Τότε όμως μια τέτοια διαδικασία θα ηταν ετσι κι αλλιως αχρηστη, καθώς μέσω της ενδοσκόπησης τείνουμε να διορθώνουμε τα επικοινωνιακά μας σφάλματα. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει από κάποιον εξωτερικό, ουδέτερο παρατηρητή. Κάποιον που θα καταγράφει την μεθοδολογία διάλεξης του κάθε εκπαιδευτικού ξεχωριστά μέσα στο πανεπιστήμιο και που θα κοινοποιεί αυτή τη μέθοδο στους φοιτητές, με σκοπό αυτοί να την εκμεταλλεύονται με τον αποδοτικότερο τρόπο.
Κάτι σαν προπόνηση για το μάθημα, όπου ο αντίπαλος είναι ο καθηγητής και που ένας «προπονητής» κοινωνικός σύμβουλος θα προετοιμάζει τους φοιτητές να είναι όσο το δυνατόν πιο πρόθυμοι και ικανοί να δεχτούν το γκολ. Αυτή η κριτική προσέγγιση των διαλέξεων θα εξειδικεύεται για κάθε καθηγητή ξεχωριστά, με παρόμοιο τρόπο όπως σε ένα τρακτέρ χρησιμοποιούμε διαφορετικά εργαλεία συγκομιδής, ανάλογα με την καλλιέργεια, με στόχο την αποδοτικότερη «σοδειά» για όλη την ομάδα.
Οι εκθέσεις της μεθοδολογίας και η μέθοδος εκμετάλλευσης της από τους φοιτητές θα κοινοποιούνται βεβαίως και προς τους ενδιαφερόμενους καθηγητές και πρόβλεψή μου, ίσως ευσεβής, είναι ότι θα οδηγήσει σε αυτοκριτική διάθεση και εσωτερική αναζήτηση. Υπολογίζω ότι θα αρκούσε μόνο ένας κύκλος τέτοιων μαθημάτων (1 εξάμηνο) με εφαρμογή της μεθόδου σε κάθε πανεπιστήμιο, πριν αρχίσουν να γίνονται τεράστιες ανακατατάξεις στα εσωτερικά των σχολών.
Αυτές οι ανακατατάξεις μπορεί να έχουν την μορφή ενδοσκόπησης εκ μέρους των καθηγητών, της παραίτησης ή απόλυσης από έδρες για λόγους εγωισμού ή μισαλλοδοξίας αντίστοιχα και της αλλαγής στην καθιερωμένη μέθοδο διάλεξης από τον καθένα ξεχωριστά. Μπορει δηλαδη να πυροδοτηθεί μια αιτιακή αλυσίδα γεγονότων που θα «εκκαθαρίσουν» το σύστημα εκ των έσω. Επίσης ενδέχεται ο κίνδυνος βίαιων επιθέσεων (σωματικών ή μη) εναντίον των κοινωνικών λειτουργών που θα αναλάβουν ένα τέτοιο εγχείρημα. Σε κάθε περίπτωση, ισχύει ο κανόνας που μόλις εφήυρα και που λέει ότι αν η κριτική δεν προέρχεται από μέσα προς τα έξω (αυτοκριτική), τότε θα έλθει από έξω προς τα μέσα (κριτική τρίτων).
HellRazor
HellRazor
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου