Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Ρατσισμός και συναισθήματα.


Δεν φοβόμαστε τους ξένους. Αυτό που φοβόμαστε είναι ο εαυτός μας.
Δεν φοβόμαστε τον άλλον ούτε επειδή είναι φτωχός, μαύρος, ισλαμιστής ή αριστερός. Φοβόμαστε τα ίδια μας τα συναισθήματα.

Η ταύτιση, το να μπαίνεις στη θέση του άλλου, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας. Βλέπουμε κάποιον να υποφέρει και υποφέρουμε οι ίδιοι. Γελάει ο άλλος και μας πιάνει κι εμάς ανεξήγητο γέλιο, «νευρικό» το λένε οι νευρικοί. Περπατάει μια αράχνη στο χέρι το άλλου και μας πιάνει αηδία και μόνο που το βλέπουμε, σαν να περπατούσε στο δικό μας χέρι.

Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της ενσυναίσθησης. Η ενσυναίσθηση προκαλείται από τους κατοπτρικούς νευρώνες του εγκεφάλου. Είναι το νευρολογικό σημείο που μας κάνει να νιώθουμε αυτό που συμβαίνει στον άλλον.
Ένας μετανάστης, ένας πρόσφυγας, ένας κατατρεγμένος και βασανισμένος άνθρωπος, το μόνο που ζητάει είναι βοήθεια. Δηλαδή, να ταυτιστούμε με την κατάστασή του. Κι εκεί αρχίζει το πρόβλημα:

Κανείς δεν θέλει να βιώνει τρόμο. Κανείς δεν θέλει να πεινάει, να πονάει, να υποφέρει. Ποιος λοιπόν θέλει να ταυτιστεί με τέτοια συναισθήματα; Είμαστε τόσο πολύ απομακρυσμένοι από αυτά, που νομίζουμε πως δικαιούμαστε μονίμως τη χαρά. Έχουμε χτίσει ένα ψεύτικο κόσμο από «θετικά» συναισθήματα, που όταν βρεθεί κάποιος να μας θυμίσει πως υπάρχουν και τα άλλα, τα «αρνητικά», τότε απειλείται όλο το είναι μας.

Τα συναισθήματα επισύρουν διαδικασίες. Κάθε ένα από αυτά μας βάζει σε μια διαδικασία. Ο φόβος μας κάνει να κρυβόμαστε από τον άλλον. Η χαρά μας κάνει να μοιραζόμαστε, οι αγάπη μας κάνει να ενωνόμαστε με τους άλλους, το μίσος μας βάζει σε μια διαδικασία μάχης και σύγκρουσης. Οι διαδικασίες αυτές και το πέρας τους, είναι η ευθύνη που έχουμε απέναντι στα συναισθήματά μας.

Και δεν συμβαίνει μόνο με τα αρνητικά συναισθήματα. Χιλιάδες άνθρωποι μένουν για πάντα μόνοι, αρνούμενοι να μπουν στη διαδικασία του έρωτα. Να δίνεσαι στον άλλον, να τον σκέφτεσαι συνέχεια, να αναρωτιέσαι αν νιώθει το ίδιο… Τρομερά ψυχοφθόρο. Η απώθηση είναι πιο γρήγορη.

Όλοι απωθούν τα αρνητικά συναισθήματα, πόσο μάλλον να μπουν στη διαδικασία να τα βιώσουν, να τα αναγνωρίσουν και να τα αρχειοθετήσουν μέσα τους. Η απώθηση είναι ευκολότερη. Θάβουμε τον πόνο που νιώθουμε για τον άλλον, πίσω από τον διαχωρισμό. Εμείς είμαστε καλύτεροι, σε μας δεν θα συμβεί.

Κρύβουμε τον φόβο που νιώθει ο άλλος και που καθρεπτίζεται μέσα μας, πίσω από τον θυμό. Νιώθουμε θυμό, που τολμά να έρθει και να μας βάλει σε μια συναισθηματική διαδικασία την οποία ποτέ δεν μάθαμε.  Νιώθουμε θυμό που μας δείχνει την ανεπάρκειά μας.

Έτσι εξηγείται το πώς μπορεί να φοβάσαι κάποιον που δεν έχεις δει ποτέ σου. Πως γίνεται να τον μισείς, να τον θες νεκρό, να του αρνείσαι τη βοήθεια. Αυτό που θες να εξαφανιστεί δεν είναι ο ξένος, είναι το συναίσθημα που σου προκαλεί.

Γι’αυτό λέω πως δεν είμαστε ρατσιστές, ούτε ξενόφοβοι, ούτε φασίστες, ούτε Εθνικοσοσιαλιστές. Όλα αυτά προυποθέτουν το να αναπτύξεις ιδεολόγημα, ένα κοινωνικό ήθος βασισμένο στην πολιτική παιδεία και ελάχιστοι από μας το έχουν κάνει. Μην κολακεύετε τον εαυτό σας λέγοντας τάχα μου παραδεχόμενοι πως «ναι είμαι ρατσιστής, δεν τους θέλω εδώ».
    
Δεν είμαστε ρατσιστές. Είμαστε συναισθηματικά ανώριμοι. Ο συνειδητός ναζιστής είναι κοινωνικά ανώτερος από έναν συναισθηματικά ανώριμο άνθρωπο. Γιατί έχει αναπτύξει ιδεολόγημα, έστω και αυτό το μισανθρωπιστικό τερατούργημα του ναζισμού. Ακόμα και με αυτό όμως, ξεπερνά το στάδιο του ζώου, γιατί μπορεί κι ΕΠΙΛΕΓΕΙ την ταύτιση με τους άλλους φασίστες. Ένα στάδιο από το οποίο ο φόβος δεν μας αφήνει να ξεφύγουμε ποτέ.
  
Να γιατί φοβόμαστε τον άλλον. Επειδή θεωρούμε τα συναισθήματα που μας γεννά εκείνος, ως αρνητικά και κατώτερα. Αν μπορούμε να διδαχθούμε κάτι από τους πρόσφυγες, είναι η αναγνώριση των συναισθημάτων μας. Και πάνω από όλα, να θυμηθούμε ξανά το αίσθημα της φιλοξενίας, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ανθρωπογεωγραφία αυτού του τόπου επί χιλιάδες χρόνια.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Το Ξυπνημα

                                                            Το Ξύπνημα  


Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η επόμενη μάρτυρας, μια γυναίκα γύρω στα 40. Φορούσε τζην παντελόνι, μάλλινο μαύρο παλτό και κόκκινο κασκόλ. Κάθισε στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο.  
Ο Διοικητής του Τμηματος Ασφαλείας την κοίταξε από την θέση του. «Φέρε λίγο νερό στην κυρία, είναι ακόμα ταραγμένη» διέταξε το όργανο που στεκόταν ορθωμένο και σκληρό δίπλα στην πόρτα. Εκείνος τσακίστηκε να εκτελέσει την εντολή.
   «Λυπούμαστε τρομερά για την ταλαιπωρία» είπε στην γυναίκα. «Αλλά λόγω της ιδιότητάς σας, θα θέλαμε να μας εξιστορήσετε τα γεγονότα η ίδια, για να έχουμε μια αντικειμενική οπτική…»
   «Νομιζα ότι μισείτε τους δημοσιογράφους» τον έκοψε. «Και ειδικά, τους αριστερούς δημοσιογράφους…»
   «Το μίσος είναι μια δυνατή λέξη» είπε εκείνος, ίσως λιγο απολογητικά. «Ας πουμε ότι δεν τους εμπιστευόμαστε γενικά. Όμως ειδικά μετά από τα σημερινά γεγονότα, δεν ξερω ποιον άλλον μπορώ να εμπιστευτώ.» Το όργανο μπήκε με ένα ποτήρι νερό.
   «Εχω τουλάχιστον διακόσιους υπαξιωματικούς που δήλωσαν παραίτηση αμέσως μετά την πορεία. Αρκετοί είναι στο νοσοκομείο, οι περισσότεροι επικαλούνται ψυχολογικούς λόγους και αρνούνται να το συζητήσουν. Οσοι μιλούν γι αυτό μοιάζει λες και έπρεπε να βρίσκονται από πριν στο τρελάδικο.» Την κοίταξε έντονα. «Δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία σας, όχι σήμερα.»
   «Δεν έχω πρόβλημα να σας εξιστορήσω τα παντα. Ειμαι όμως βέβαιη ότι θα ακούσετε τα ίδια. Δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος ικανός να πει ψέματα ή να κατασκευάσει μια τέτοια ιστορία.»
   «Ωστόσο, δοκιμάστε.  Κι έπειτα, αν όσα άκουσα είναι έστω και στο μισό αλήθεια, με κάνει να μετανιώνω που δεν ήμουν κι εγώ εκεί.»
   Η δημοσιογράφος χαμογέλασε θλιμμένα. «Ίσως θα’πρεπε. Τώρα θα δηλώνατε κι εσείς παραίτηση.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά. Σκέφτηκε για λίγο, ύστερα κούνησε το κεφάλι σαν να έδιωχνε τους τελευταίους ενδοιασμούς κι άρχισε την ιστορία της:
   «Όλα πήγαιναν καλά. Η πορεία είχε κατέβει μέχρι την πλατεία χωρίς φασαρίες. Οι ΜΑΤατζήδες ακολουθούσαν σε όλη τη διαδρομή από το πεζοδρόμιο, με τις μάσκες βγαλμένες. Έμοιαζαν βαριεστημένοι.
   Και οι διαδηλωτές έμοιαζαν βαριεστημένοι. Επαναλάμβαναν τα συνθήματα της ντουντούκας μηχανικά, άτονα, με μόνο σκοπό να βγάλουν ντεσιμπέλ από τα αγανακτισμένα τους λαρύγγια. Το πάθος της αγανάκτησης είχε από καιρό πνιγεί σε ένα βούρκο απελπισίας και τρόμου, έτσι τώρα «ΝΟ-ΜΟΣ ΕΙ-ΝΑΙ ΤΟ ΔΙ-ΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡ-ΓΑ-ΤΗ» έβγαινε δυνατά μεν, σαν από μετρονόμο δε, αντηχώντας στις πολυκατοικίες από δύο, τρείς, αρκετές χιλιάδες στόματα. Τα πανό τρεμούλιαζαν από το ασύγχρονο βήμα και το κρύο. Οι ανάσες άχνιζαν.
   Καταλύσαμε στην πλατεία, μπροστά από το κτίριο της διοίκησης. Το ίδιο όπως κάθε φορά. Τα συνθήματα αραίωσαν και ο κόσμος έκανε πηγαδάκια, πιο πολύ για να ζεσταθεί, παρά για πολιτική συζήτηση. Κανείς τους εξάλλου δεν είχε διάθεση να συζητήσει πολιτικά. Οι Κόκκινοι συμφωνούν σε όλα μεταξύ τους, οπότε όλες οι συζητήσεις γίνονται γρήγορα βαρετές. Θα καθόμαστε εκεί για καμια ώρα υπογραμμίζοντας την αντίθεσή μας στην κυβέρνηση, ύστερα θα επιστρέφαμε στα ζεστά μας σπίτια, όπως έχουμε συνηθίσει. Τα ΜΑΤ ξεροσταλιάζανε στην περίμετρο, ενας μπλε κυματοθραύστης.
   Μια ομάδα Μαύρων εμφανίστηκε θαρρείς από το πουθενά, σαν κακοήθεια, καταμεσής στη διαδήλωση. Ίσως να ήταν εκεί από νωρίτερα, παρέα με τους χίπηδες που πίνουν μπάφους όλη μέρα. Θα ήταν καμιά πενηνταριά νοματαίοι κι αμέσως καταλάβαινες ότι ήταν έτοιμοι για καβγά. Κάποιων η κατάμαυρη περιβολή έσπαγε από μια κόκκινη νότα, ένα μαντήλι δεμένο στο πρόσωπο, μια κονκάρδα με κόκκινο αστέρι, ή κόκκινα παπούτσια. Οι περισσότεροι ήταν σκοτεινοί σαν το χάος, ασορτί με τη βία. Κρατούσαν ρόπαλα στα χέρια.
   «Τους μαλάκες…» είπε κάποιος. Κάποιοι κοίταξαν προς τα κεί ανήσυχοι. Αρκετοί άρχισαν να τους κράζουν, «ρε τι πατε να κάνετε, θα μας παρετε στο λαιμό σας, θα μας πνιξουν στα χημικά, είμαστε περικυκλωμένοι», όμως κάθε επιχείρημα υποχωρούσε μπροστά στη θέα των στυλιαριών, που η κανονική τους θέση ήταν σε κάποιο αγρόκτημα. Μόλις τους είδαν, οι χίπηδες εξαφανίστηκαν από την πλατεία.
   Οι Μαύροι χωρίστηκαν σε ομάδες και κάθε ομάδα κατευθύνθηκε προς μια Μπλε διμοιρία. Φορούσαν τα σακκίδια τους μπροστά και ανοιχτά, για να εφοδιάζονται πυρομαχικά. Ενας απο κάθε ομάδα κρατούσε μια σβηστή μολότοφ στο χέρι.
     «Το κακό συμβαίνει γρήγορα, λένε.» Η γυναίκα άφησε ένα νευρικό γελάκι, ήπιε λίγο νερό και συνέχισε.
   «Το πρώτο δακρυγόνο χτύπησε έναν Μαύρο που επιχείρησε να ανάψει την μολότοφ. Το κάνιστρο τον βρήκε στο στήθος και τον τίναξε μισό μέτρο πίσω. Η μολότοφ του έπεσε στα πόδια κι έσκασε, τυλίγοντάς τον σε μια κίτρινη λάβρα. Ήμουν δέκα μέτρα μακριά και πάλι ένιωθα τη θερμότητα.
«Τα μπουκάλια!» φώναξε κάποιος. «Εχει τα μπουκάλια πάνω του!»
   Η τσάντα στο στήθος του πεσμένου Μαύρου, είχε ήδη λαμπαδιάσει από τις αναθυμιάσεις. Ο ίδιος καιγόταν ήδη στην πλάτη και τα πόδια, ενώ κάπως κατάφερε να καίγονται και τα μαλλιά του. Ηταν ζήτημα δευτερολέπτων μέχρι να αναφλεγούν οι υπόλοιπες μπουκάλες και πάλευε να σηκωθεί, να σβήσει τις φλόγες και να βγάλει την τσάντα ταυτόχρονα, χωρίς να καταφέρνει τίποτα από αυτά.
Τότε εμφανίστηκε εκείνη η κοπέλα, Μαύρη κι αυτή, ο Θεός να την έχει καλά, που λέει ο λόγος. Τον πάτησε στο στήθος, χώνοντας το πόδι της κάτω από την τσάντα, καθηλώνοντας τον κάτω. Εκείνος σήκωσε τα χέρια προς το μέρος της, είτε από έκπληξη είτε επειδή κατάλαβε και τότε εκείνη άρπαξε την τσάντα, και με μια κίνηση την έβγαλε και την εκτόξευσε στην διμοιρία πίσω της. Αμέσως μετά έπεσε πάνω στον σύντροφό της, προσπαθώντας να του σβήσει τις φλόγες.
   Το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Η φλεγόμενη τσάντα έσκασε ένα δευτερόλεπτο αφού έφυγε από το χέρι της κοπέλας. Ηταν δύο εκρήξεις, σχεδόν ταυτόχρονες, που έλουσαν τέσσερις μπάτσους με υγρή φωτιά, κάνοντάς τους να υποχωρήσουν άτακτα. Και τότε μπήκαν στο παιχνίδι όλες οι διμοιρίες μαζί.
   Οι βομβίδες κρότου λάμψης έσκαγαν διαδοχικά, μέχρι που τέλειωσαν όλα. Ο πανικός διαπέρασε το πλήθος όπως το ρεύμα στα καλώδια. Οι μισοί ούρλιαζαν, οι άλλοι μισοί έβηχαν. Οι πολιτικοί έτριβαν τα χέρια τους πίσω από τις γρίλιες.
   Η διμοιρία που δέχτηκε το φλεγόμενο σακκίδιο είχε αγριέψει περισσότερο από τις υπόλοιπες και τωρα κινούνταν απειλητικά και με σχηματισμό προς τους δυο πεσμένους ακόμα Μαύρους. Εκτόξευαν δακρυγόνα, βομβίδες, γκλοπιές και κατάρες. Μια στιγμή πριν πέσουν πάνω στα δυο παιδιά, οι σύντροφοί τους έτρεξαν σαν σμήνος, πέφτοντας στο κέντρο της διμοιρίας, διαλύοντάς την προσωρινά. Άλλοι τέσσερις πήραν σηκωτούς τους δυο τραυματίες.
   «Τα Μαυροπούλια! Αυτοί τα άρχισαν όλα!» ούρλιαζε η Κόκκινη ντουντούκα. Αρκετές ομάδες Κόκκινων άρχισαν να κατευθύνονται προς τους Μαύρους. Είχαν κι αυτοί στυλιάρια, με σημαία στην άκρη.
   Οι μπάτσοι δίστασαν. Ολοφάνερα, προσπαθούσαν να αποφασίσουν αν θα τους άφηναν να κάνουν αυτοί τη δουλειά, ή αν θα επέμβαιναν. Τελικά, έγιναν και τα δύο. Φαίνεται ότι οι Μαύροι που εγκλωβίστηκαν μεταξύ της διμοιρίας και των Κόκκινων, ήταν μόνο οι μισοί. Άλλοι τόσοι, κάπου τριάντα άτομα, βρίσκονταν πίσω από τους Κόκκινους. Και, θρασίμια όπως είναι, αποφάσισαν να αντεπιτεθούν.
    Το να πει κανείς ότι περικύκλωσαν τους Κόκκινους θα ήταν αστείο, αφού εκείνοι ήταν χιλιάδες. Κατάφεραν όμως να τους ξαφνιάσουν. Ο αιφνιδιασμός είχε ως αποτέλεσμα να διασπαστεί η συνοχή και η μάχη να εκτελείται τώρα σε δύο μέτωπα. Οι Μαύροι όρμησαν στο πλήθος χτυπώντας τυφλά, εξοργισμένοι με την κατασυκοφάντηση της ντουντούκας. Αυτοί τα είχαν με τους μπάτσους. Δεν τους ενδιέφεραν οι Κόκκινοι, ούτε οι ιδέες τους.
   Τότε τα ΜΑΤ ξαναμπήκαν στον χορό, με ακόμα περισσότερα χημικά, ενώ άρχισαν να κοπανάνε όποιον έβρισκαν με τα γκλοπ γυρισμένα από την ανάποδη. Ηρθαν κι άλλες διμοιρίες από τα γύρω στενά, που πιθανότατα ξεκίνησαν με το πρώτο «μπαμ». Βιαστικοί να επιβάλλουν την τάξη, άρχισαν να πετούν πέτρες και μάρμαρα προς τους ακάλυπτους διαδηλωτές πριν καν φτάσουν δίπλα στους Μπλε συντρόφους τους.
   Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε το πανδαιμόνιο, εξ αιτίας αυτού που έγινε μετά. Μπορεί να ήταν λεπτά, μπορεί να ήταν ώρες. Εχω μπερδευτεί, καταλαβαίνετε τι εννοώ… Κι αν δεν καταλαβαίνετε, είναι επειδή δεν ήσασταν εκεί.
   Η Μπλε φάλαγγα ξάπλωνε κάτω αδιακρίτως όποιον διαδηλωτή έβλεπαν μπροστά τους. Οι Μαύροι, όσοι απέμεναν, ήταν ή αναίσθητοι, ή πάνω από τους τραυματίες συντρόφους, προσπαθώντας να τους συνεφέρουν μέσα στο πανδαιμόνιο. «ΞΥΠΝΑ ΚΑΙ ΜΥΡΙΣΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ» ούρλιαζε ενας στον φίλο του, γελώντας τρελά.
   Οι Κόκκινοι βαρούσαν με μανία τους μπάτσους, τώρα που τέλειωσαν οι Μαύροι. Αδιαφορούσαν για τα δακρυγόνα που κανονικά θα τους είχαν εξαποστείλει προ πολλού. Τα χημικά ήταν το τελευταίο προπύργιο των μπάτσων πριν βάλουν σε λειτουργία τις «αύρες» νερού. Και τώρα, τα δακρυγόνα δεν έπιαναν, ενώ «αύρες» δεν υπήρχαν. Οι διαδηλωτές πίεζαν τις διμοιρίες, κοπανώντας τους με τα στυλιάρια και βγάζοντας τους τις μάσκες.
   Μου φαινόταν απίστευτο που κανείς δεν έτρεχε να σωθεί, παρά μόνο ο κάθε τραυματίας ή θύμα των μπάτσων, είχε πάνω του σαν τσαμπί κρεμασμένους δυο, τρείς ή και περισσότερους ανθρώπους.
   Σαν να συμβαίνει τώρα, το βλέπω πάλι μπροστά μου, εκείνη την διμοιρία να διαλύεται εντελώς. Οι μισοί άντρες ήταν ήδη κάτω χωρίς μάσκες και η πίσω γραμμή που έσπευσε να τους καλύψει σκόνταψε πάνω τους, με αποτέλεσμα να σωριαστούν όλοι κάτω. Σαν τους πίθηκους σε εκείνη την παλιά ταινία, οι διαδηλωτές έβγαλαν ένα θριαμβευτικό ουρλιαχτό που σου έκοβε το αίμα και όρμησαν σηκώνοντας ταυτόχρονα δέκα, είκοσι στυλιάρια προς δέκα, είκοσι πρόσωπα. Ενας τράβηξε όπλο.
   Τότε έγινε αυτό το… πώς να το ονομάσω… Ξερετε, δεν πιστεύω στον Θεο, ιδεολογικα, ωστόσο… Ισως τα μαγνητικά πεδία, ή τα χημικά να μας δημιουργησαν παραισθήσεις. Ή οι εξωγήινοι, δεν ξέρω πως αλλιώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο.
Ο χρόνος άρχισε πράγματι να κυλά πιο αργά. Για όλους μας. Πως το κατάλαβα; Όπως το κατάλαβαν όλοι. Κοιταζόμασταν χωρίς να πιστεύουμε αυτό που συμβαίνει. Τα πάντα και όλοι όσους έβλεπα, κινούνταν σαν μέσα σε διάφανο σιρόπι. Τα ρόπαλα άρχισαν να κατεβαίνουν εκατοστο εκατοστό. Στα πρόσωπα των ροπαλοφόρων η οργή είχε αντικατασταθεί από τον τρόμο. Ολοι είχαμε συνείδηση του τι μας συνέβαινε, όμως δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Τα βλέμματα έψαχναν αριστερα-δεξια για βοήθεια.
   Τα στυλιάρια δεν είχαν κατέβει ούτε στο μισό της διαδρομής και οι ροπαλοφόροι προσπαθούσαν ήδη απεγνωσμένα να σταματήσουν την φονική τους κίνηση, χωρίς να το καταφέρνουν, λες και τα ρόπαλα είχαν μπει σε μια τροχια ακλόνητη σαν τη μοίρα. Τα πρόσωπά τους συσπώνταν με μανία, κατακόκκινα από την προσπάθεια, από την φρίκη του να βλέπουν τον εαυτό τους σε αυτή την κατάσταση χωρίς να μπορούν να τον ελέγξουν. Δεν ήθελαν να δουν το ρόπαλο να σπάει κάποιο κεφάλι, δεν θα το άντεχαν, όχι τοσο αργά.
   Οι ήχοι είχαν συμπυκνωθεί κι αυτοι, ακριβώς σαν ταινία σε αργή κίνηση. Η φασαρία της πλατείας είχε βαθύνει σε έναν υπόκωφο βόμβο. Οι κραυγές του κόσμου ακούγονταν τώρα σαν μουγκρητά φάλαινας, ενώ οι εκρήξεις των χειροβομβίδων θύμιζαν κύματα που σκάνε πάνω σε βράχο. Οι ήχοι ήταν που με βοήθησαν να καταλάβω ότι ο χρόνος επιβραδύνεται κι άλλο. Το βούισμα της διαστρεβλωμένης πραγματικότητας ακουγόταν όλο και πιο μπάσο, μέχρι που δεν το έπιανε το αυτί.
   Είχαν πια όλοι παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια. Οι περισσότεροι είχαν κλείσει τα μάτια, περιμένοντας το τέλος. Μαζί τους κι εγώ. Κάποιοι σίγουρα τα είχαν κάνει πάνω τους.
   Επικράτησε ησυχία. Κράτησε αρκετά για να πιστέψω ότι πέθανα, ότι αυτό ήταν το πέρασμα στον άλλο κόσμο, πιο κινηματογραφικό, πιο τρομακτικό από ότι είχα φανταστει ποτέ.
   «Τε- τε- τελείωσε;» τραύλισε κάποιος. Ανοιξα τα μάτια. Ηταν όλοι κοκκαλωμένοι στις θέσεις τους… ή σχεδόν όλοι. Κάποιοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι μπορούν και πάλι να κινηθούν κανονικά. Ενας από αυτούς ήταν ο ροπαλοφόρος που είχε σηκώσει πρώτος το στυλιάρι. Το ρόπαλο είχε ήδη αγγίξει τον αριστερό κρόταφο του μπάτσου, πιέζοντας το δέρμα. Φουριόζος το τράβηξε απότομα πίσω. Δεν υπολόγισε όμως σωστά τη δύναμή του και το κοντάρι εκτοξεύθηκε μακριά. Μια ξαφνιασμένη κραυγή ακούστηκε και μετά πάλι ησυχία. Όλοι κοιτούσαν γύρω τους με μια μίξη ανακούφισης, αγωνίας και απόλυτης έκπληξης. Τα δακρυγόνα δεν έκαιγαν πια το πρόσωπο.
   Οι ήχοι επέστρεψαν όπως το χάραμα σε κάποιο χωριό.  Μουρμουρητά και χαμηλές φωνές, σκόρπια στην αρχή, από τους διαδηλωτές που προσπαθούσαν να συνέλθουν. Άλλοι έκλαιγαν, άλλοι γελούσαν και άλλοι έκαναν και τα δυο. Σαν ναρκωμένοι, έβλεπες Μαύρους να δίνουν το χέρι σε μπάτσους κι αυτοί να τους αγκαλιάζουν κλαίγοντας, έβλεπες Κόκκινους να έχουν ρίξει τις σημαίες τους και να βοηθούν τους τραυματίες Μαύρους και, ανάμεσα τους, περιφέρονταν ματατζήδες, κλαίγοντας, βοηθώντας όποιον είχε ανάγκη.
   Οι χίπηδες, είχαν επιστρέψει και περιφέρονταν ανάμεσα στο πλήθος, με ένα ηλίθιο, θρησκευτικό χαμόγελο στο πρόσωπό. Μερικοί κοίταζαν προς τον ουρανό, σαν να έψαχναν ένα ιπτάμενο αντικείμενο πολύ δυσδιάκριτο για να εντοπιστεί αμέσως. Φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα.» Η δημοσιογράφος άδειασε το ποτήρι της.
   Αυτά είχα να πω. Μπορώ να φύγω τώρα; Είμαι σίγουρη ότι και οι άλλοι θα σας πουν τα ίδια, αν όχι πολύ παρόμοια πράγματα.»
   Ο Διοικητής την κοίταξε για  λίγο, αμίλητος, απογοητευμένος. Την έδιωξε με μια κίνηση του χεριου. «Μπορείτε να πηγαίνετε. Θα σας ειδοποιήσουμε αν χρειαστεί.» Φαινόταν μετανιωμένος για το νερό που της πρόσφερε.




HR
  
  

   

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Υποτιτλισμός Καθηγητών


   Κάποιοι καθηγητές, λόγω πολύχρονης εμπειρίας στον κλάδο τους, αναπτύσσουν τα εκτός της αίθουσας ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα τους σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σε τόσο μεγάλο μάλιστα, που αρχίζει να υποσκελίζεται η διάλεξη ως δραστηριότητα διάδρασης με τους φοιτητές,οπότε καταντάει αγγαρεία. Αυτό είναι βέβαια κάτι που οι φοιτητές το αντιλαμβάνονται και αντιδρούν με τον τρόπο τους, που θα περιγράψω παρακάτω.

   Αρχίζει λοιπόν κατά τη διάρκεια της διάλεξης να κάνει την εμφάνισή της η βαρεμάρα και η ακινησία και, κατά συνέπεια η χαμηλή παραγωγικότητα, ειδικά όταν η διάλεξη αφορά σεμιναριακό μάθημα, για δυο βασικούς λόγους: 1ον, τα σεμινάρια είναι μαθήματα υποχρεωτικής παρουσίας, με μικρό όριο απουσιών και, 2ον, υποτίθεται ότι θα πρέπει να συντελείται εξαγωγή έργου μέσα από αυτά, από τον κάθε φοιτητή ξεχωριστά και τελικά, στο σύνολο του σεμιναριακού κύκλου να προωθείται ο ερευνητικός τομέας.

   Αυτές οι υψηλές απαιτήσεις βαραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση, όταν υπάρχει μειωμένο ενδιαφέρον και από τις δυο πλευρές, διότι πλέον το μάθημα αποτελεί κι «επίσημα» μια υποχρέωση που πρέπει να συντελεστεί, κάτι σαν εξαγωγή δοντιού.

   Αρχίζει επίσης να κυκλοφορεί η φήμη ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής προάγει εύκολα τους φοιτητές, βάζοντας τους συγκριτικά υψηλές βαθμολογίες για το έργο που παράγουν, κάτι που όπως θα δούμε έρχεται ως συνέπεια όλων των παραπάνω.

Με αυτά τα δεδομένα, αρχίζουν να επιλέγουν το μάθημα φοιτητές με μειωμένο ενδιαφέρον για το αντικείμενο, αυτοί που θέλουν απλά να πάρουν πτυχίο σαν κάποια τυπικη τους υποχρέωση. Προφανώς αυτό ανατροφοδοτεί όλη την κατάσταση.

   Από την πλευρά του, ο καθηγητής είναι λογικό να απογοητεύεται από τις επιδόσεις των φοιτητών του, ειδικά όταν δεν έχει κάνει την αυτοκριτική του. Διότι αν το είχε κάνει, τότε θα έβλεπε ότι εξαρτάται από το δικό του σθένος κι ενθουσιασμό που δείχνει για την διάλεξη, το να μεταδοθεί και στους φοιτητές. Το γεγονός ότι είναι πολυγραφότατος λόγω πολύχρονης εμπειρίας, με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του παίζει έναν καταλυτικό ρόλο στην κατάσταση.

   Αυτό γιατί αυξάνει δυσανάλογα η διαφορά του γνωσιακού επιπέδου του καθηγητή και των φοιτητών, πόσο μάλλον όταν αυτοί οι φοιτητές έχουν και μειωμένο ενδιαφέρον. Έτσι,έχοντας πρακτικά απεριόριστο υλικό να παραθέσει σε ελάχιστο χρόνο, ο εκπαιδευτικός αρχίζει να «πυροβολεί» τους φοιτητές με πληροφορίες, να τους«πληροβολεί» θα λέγαμε εισάγοντας ένα νεολογισμό.

   Έχουμε λοιπόν μια συνάρτηση από περιορισμένο χρόνο, μεγάλο όγκο πληροφοριών, φοιτητές με μειωμένο ενδιαφέρον που μισοκοιμούνται ή παίζουν με τα κινητά τους στην αίθουσα και καθηγητές ήδη κουρασμένους από την εμπειρία. Το αποτελεσμα ειναι διαλέξεις χαμηλής ποιότητας, στο μέτρο που η ποιότητα ορίζεται από την παραγωγικότητα του σεμιναρίου.

   Έτσι, ο διδάσκων έρχεται στην αίθουσα χωρίς ουσιαστικό κίνητρο, πέραν αυτού της αμοιβής. Έρχεται για να τα πει και να φύγει. Αν προκύψει κάποια εξέλιξη από την διάλεξη, δηλαδή κάποιος που να ενδιαφέρεται πραγματικά για το μάθημα, τότε όχι μόνο είναι ευπρόσδεκτος, αλλά προξενεί κι έκπληξη.

   Σκεπτόμενοι δια της άτοπου απαγωγής, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι λιγότερο έμπειροι καθηγητές δείχνουν μεγαλύτερο ενθουσιασμό για το μάθημα, που έχει σαν συνέπεια την μεγαλύτερη μεταδοτικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο τους εκτός της αίθουσας είναι ίσως εκτενές, αλλά όχι τόσο ώστε να υποσκελίσει το ενδιαφέρον τους για τις διαλέξεις. Ούτε είναι τυχαίο το ότι τα μαθήματα τους προτιμώνται από φοιτητές με γνήσιο ενδιαφέρον, άρα και κινητικότητα, που αναβαθμίζουν έτσι την παραγωγικότητα του στην αίθουσα.

   Επίσης, οι ίδιοι καθηγητές, που συνήθως είναι κάτω των 40 ετών, πλην κάποιων εξαιρέσεων, έχουν υψηλότερες απαιτήσεις από τους συμμετέχοντες φοιτητές και άρα βαθμολογούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα. Αυτό ανατροφοδοτείται από το αυξημένο ενδιαφέρον των ίδιων των φοιτητών, που ουσιαστικά ανεβάζουν από μόνοι τους τον πήχη. Επέρχεται έτσι ένα είδος ισορροπίας μεταξύ του επιπέδου πληροφόρησης του καθηγητή και των φοιτητών, που στην πράξη αποδεικνύεται εξαιρετικά γόνιμη. Συμβαίνει δηλαδή η ακριβώς αντίθετη διαδικασια.

   Για την μεταβολή του αρχικού παραδείγματος, δηλαδή του καθηγητή – αγγαρειομάχου, απαιτούνται δραστικές λύσεις. Η πιο αποτελεσματική θα ήταν η μετεκπαίδευση των καθηγητών σχετικά με τις προφορικές διαλέξεις και η συνεχής αναβάθμιση της εκπαιδευτικής τους ιδιότητας , από την αρχή της καριέρας τους μέχρι το τέλος. Υπάρχουν ήδη τέτοια σεμινάρια, στα οποία συμμετέχουν όσοι ενδιαφέρονται περισσότερο για την αίθουσα παρά για το πεδίο κι επίσης όσοι έχουν την ικανότητα να παραμερίζουν τον εγωισμό τους.  Αυτή η λύση δεν διαφαίνεται στον Ελληνικό ορίζοντα, για λόγους κόστους αλλά και για λόγους ίσως ψυχοκοινωνικούς.

   Μια άλλη λύση, πιο Σολομώντεια, θα ήταν η απομάκρυνση τους από το επάγγελμα λόγω αναποτελεσματικότητας. Ωστόσο ούτε και αυτή η λύση διαφαίνεται στον ορίζοντα, λόγω της διαπλοκής στους ακαδημαϊκούς κύκλους, της εξουσίας που κατέχουν οι ακαδημαικοι και της διαφθοράς που αυτή συνεπάγεται.

   Μια πειραματική λύση, που προϋποθέτει την διατήρηση της παρούσας εκπαιδευτικής δομής και που προτείνεται μέσω του παρόντος κειμένου, είναι ο «υποτιτλισμός» της μεθόδου διάλεξης των καθηγητών. Όλων των καθηγητών, ανεξαρτήτου της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούν. Αυτός ο υποτιτλισμός θα μπορούσε να έχει την μορφή μιας εβδομαδιαίας διάλεξης, ενός φροντιστηρίου δηλαδη, που θα έχει ως θέμα της την παρουσίαση της διδακτικής μεθοδολογίας που ακολουθεί ο κάθε εκπαιδευτικός.       

   Αυτή η μέθοδος, καθώς έχει αναστοχαστικό χαρακτήρα, θα μπορούσε να συντελεστεί και από τους ίδιους τους καθηγητές για τον εαυτό τους, υποθέτοντας ότι έχουν το απαραίτητο επίπεδο αυτογνωσίας. Τότε όμως μια τέτοια διαδικασία θα ηταν ετσι κι αλλιως αχρηστη, καθώς μέσω της ενδοσκόπησης τείνουμε να διορθώνουμε τα επικοινωνιακά μας σφάλματα. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει από κάποιον εξωτερικό, ουδέτερο παρατηρητή. Κάποιον που θα καταγράφει την μεθοδολογία διάλεξης του κάθε εκπαιδευτικού ξεχωριστά μέσα στο πανεπιστήμιο και που θα κοινοποιεί αυτή τη μέθοδο στους φοιτητές, με σκοπό αυτοί να την εκμεταλλεύονται με τον αποδοτικότερο τρόπο.

   Κάτι σαν προπόνηση για το μάθημα, όπου ο αντίπαλος είναι ο καθηγητής και που ένας «προπονητής» κοινωνικός σύμβουλος θα προετοιμάζει τους φοιτητές να είναι όσο το δυνατόν πιο πρόθυμοι και ικανοί να δεχτούν το γκολ. Αυτή η κριτική προσέγγιση των διαλέξεων θα εξειδικεύεται για κάθε καθηγητή ξεχωριστά, με παρόμοιο τρόπο όπως σε ένα τρακτέρ χρησιμοποιούμε διαφορετικά εργαλεία συγκομιδής, ανάλογα με την καλλιέργεια, με στόχο την αποδοτικότερη «σοδειά» για όλη την ομάδα.

Οι εκθέσεις της μεθοδολογίας και η μέθοδος εκμετάλλευσης της από τους φοιτητές θα κοινοποιούνται βεβαίως και προς τους ενδιαφερόμενους καθηγητές και πρόβλεψή μου, ίσως ευσεβής, είναι ότι θα οδηγήσει σε αυτοκριτική διάθεση και εσωτερική αναζήτηση. Υπολογίζω ότι θα αρκούσε μόνο ένας κύκλος τέτοιων μαθημάτων (1 εξάμηνο) με εφαρμογή της μεθόδου σε κάθε πανεπιστήμιο, πριν αρχίσουν να γίνονται τεράστιες ανακατατάξεις στα εσωτερικά των σχολών.

   Αυτές οι ανακατατάξεις μπορεί να έχουν την μορφή ενδοσκόπησης εκ μέρους των καθηγητών, της παραίτησης ή απόλυσης από έδρες για λόγους εγωισμού ή μισαλλοδοξίας αντίστοιχα και της αλλαγής στην καθιερωμένη μέθοδο διάλεξης από τον καθένα ξεχωριστά. Μπορει δηλαδη να πυροδοτηθεί μια αιτιακή αλυσίδα γεγονότων που θα «εκκαθαρίσουν» το σύστημα εκ των έσω. Επίσης ενδέχεται ο κίνδυνος βίαιων επιθέσεων (σωματικών ή μη) εναντίον των κοινωνικών λειτουργών που θα αναλάβουν ένα τέτοιο εγχείρημα. Σε κάθε περίπτωση, ισχύει ο κανόνας που μόλις εφήυρα και που λέει ότι αν η κριτική δεν προέρχεται από μέσα προς τα έξω (αυτοκριτική), τότε θα έλθει από έξω προς τα μέσα (κριτική τρίτων).

HellRazor


Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Τιμωντας το μακαριτη





Λένε ότι όταν κάποιος πεθαίνει, απελευθερώνεται από τα δεσμά της ύπαρξης. Αυτή η θεωρία είναι παρήγορη, όσο και αμφίβολη. Στην ταινία «θα σε βρω στον παράδεισο», παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο νεκρός είναι δίπλα μας κάθε φορά που τον σκεπτόμαστε. Η παρουσία- απουσία του αυτή είναι που μας κάνει και πονάμε. Ακούγεται ρομαντικό, και στην ταινία δραματοποιείται ακόμα περισσότερο. Ίσως λοιπόν αυτό να πονάει ακριβώς επειδή ζούμε το παρελθόν κάθε φορά που τον θυμόμαστε. Ενεργοποιούνται οι νευρώνες που δημιουργήθηκαν μέσω της αλληλεπίδρασης που είχαμε με αυτό το άτομο κι επειδή δεν έχουν feedback από την εξωτερική πραγματικότητα, αυτό μας προκαλεί θλίψη. Δεν μπορούν πλέον να «ταϊστούν» από το περιβάλλον και ως εκ τούτου οι νευρώνες αυτοί πρέπει να πεθάνουν. Όσοι δεν χρησιμοποιούνται τείνουν να ατροφούν, είναι ένα από τα λίγα που γνωρίζω από νευρολογία.

Εκεί υπάρχει η επιλογή του να συνεχίσει κανείς να τους τροφοδοτεί με την ανάμνηση, -βιώνοντας ταυτόχρονα και τον πόνο της μη επιβεβαίωσης- είτε να τους επιτρέψει να διαγραφούν, με το να μην τους τροφοδοτεί συνειδητά.

Τι θα γίνει όμως αν προσαρμόσουμε αυτή την ανάμνηση στο παρόν μας; Εφ όσον η πρώτη θεωρία ισχύει, και ο νεκρός όντως δεν περιορίζεται πλέον από χώρο και το χρόνο –άρα και τη φθορά- τότε είναι μαζί μας όποτε εμείς (δηλαδή και αυτός) το θελήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να συμμετέχει στο παρόν εξίσου καλά με το παρελθόν, κάτι στο οποίο οι ζωντανοί δεν διαπρέπουμε. Είναι γνωστή η σύγχυση που προκαλεί στον άνθρωπο το ζήτημα παρελθόντος- παρόντος - μέλλοντος.

Είχε πλάκα τις προάλλες, που σκέφτηκα τη μάνα μου. Μοιάζει οξύμωρο και μόνο που το γράφω. Αμέσως με τύλιξε η θλίψη, ήταν μια ανάμνηση από τις τελευταίες μέρες της. Εκείνη την ώρα δούλευα στον υπολογιστή σε ένα κείμενο και σταμάτησα να γράφω για λίγο. Συνήλθα επειδή σκέφτηκα ότι αν όντως η μάνα μου ήταν παρούσα, θα προτιμούσε να συνεχίσω το γράψιμο παρά να κάθομαι και να κλαίω. Επίσης θα γνώριζε ότι το ξέρω ότι είναι εκεί,  όπως και θα γνώριζε ότι μου προκαλεί τον πόνο η ίδια λόγω της παρουσίας της. Άρα θα με συγχωρεί κάθε φορά που την διώχνω, διότι η απέραντη κατανόηση της περιλαμβάνει και  τι είναι καλύτερο για μένα, για παράδειγμα, το να έρχεται για λίγο, και μετά να φεύγει.  Όπως επίσης και το ότι για να συνεχίσω το γράψιμο, θα πρέπει να πατήσω Alt+Shift, μου το είπε μάλιστα η φωνή της στο κεφάλι μου. Η απέραντη γνώση την οποία κατέχει, περιλαμβάνει κάθε λεπτομέρεια, σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Γιατί όχι και την πληκτρολόγηση!

   Κι εδώ είναι ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω όλες αυτές τις μαλακίες.

Τι θα γίνει αν προσαρμόσω την ανάμνηση μου στο παρόν; Η στιγμή που η κυρά Παναγιώτα μου υπέδειξε την αλλαγή γλώσσας στο πληκτρολόγιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια, με βάση τα παραπάνω. Αν συνέχιζα να τροφοδοτώ αυτούς τους νευρώνες με τον ίδιο τρόπο, αυτό θα επέτρεπε στους παλιούς να ατροφήσουν; Η θα τους μετάλλασσε και θα τους ισχυροποιούσε προς μια νέα κατεύθυνση;

Υπάρχει εδώ και το ζήτημα του alter ego και όλες αυτές οι ψυχολογικές θεωρίες. Δηλαδή σε περιπτώσεις που οι άνθρωποι συνέχιζαν να βιώνουν και να ενδυναμώνουν το παρελθόν, αυτό δημιούργησε διάφορες συμπλεγματικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, κάποιοι που συνέχισαν τη "γυμναστική" αυτών των νευρώνων, ενδυνάμωσαν τόσο την πλευρά τους αυτή, που η ανάγκη για προβολή της στο εξωτερικό περιβάλλον έγινε επιτακτική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο δεν υπάρχει feedback τόσο πονάει. Η προβολή στο περιβάλλον είναι πια δουλειά του σώματος. Δηλαδή κάνουμε τις αντίστοιχες επιλογές που θα δημιουργήσουν στο περιβάλλον μας ένα feedback του χαμένου προσώπου. Ένας εραστής, ένας νέος η παλιός φίλος που θυμίζει με οποιονδήποτε τρόπο τον μακαρίτη, ή οποιοδήποτε άτομο στο οποίο προσκολλόμαστε  ώστε να παρέχουμε την απαραίτητη ανατροφοδοσία στο κενό που δημιουργήθηκε μέσα μας.

Αν για παράδειγμα μετά το θάνατο της μάνας μου έβρισκα μια σύντροφο με τα χαρακτηριστικά της (39 χρόνια μεγαλύτερη, 30 κιλά βαρύτερη και να ξέρει από πίτες) και προσκολλιόμουν σε αυτή, τότε αυτό θα ήταν μια απόδειξη συμπλέγματος Οιδιπόδειου τύπου, για τους λάτρεις του Φρόυντ.

Ίσως, η σύνδεση ενός ατόμου του παρελθόντος με τα δεδομένα του παρόντος να είναι μόνο μια απλή παραλλαγή μιας τέτοιας συμπλεγματικής κατάστασης. Διάολε, δεν γνωρίζω καν αν υφίσταται νευρολογικά όλη αυτή η πραγματικότητα. Ωστόσο υποψιάζομαι ότι δεν απέχει και πολύ. Από την άλλη έχει κι ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Αυτό είναι το εξής:

Εφόσον  βάζουμε το εκλιπόν άτομο μέσα στο τώρα μας μέσω της φαντασίας, τότε θα του δίνουμε πίσω την ανατροφοδότηση που χρειάζεται, μέσα από την πραγματικότητα που υπάρχει στο κεφάλι μας, ταυτόχρονα με την εξωτερική. Μπορώ δηλαδή να κάνω bungee jumping κι εκείνη τη στιγμή να μου έρθει ανάμνηση της μάνας μου, αυτή την ανάμνηση να την μετατρέπω σε παρουσία μέσω της φαντασίας μου και τελικά να κάνουμε bungee jumping μαζί. Αυτό δεν θα με έκανε να γελάσω περισσότερο από ότι με το Alt+shift, διότι πιο πιθανό για τη μάνα μου θα ήταν να κάνει bungee jumping  παρά να μάθει πληκτρολόγηση.

Έτσι προκύπτει κι ένα παράπλευρο πλεονέκτημα, αυτό της βίωσης της παρούσας κατάστασης. Μπορεί έτσι η ανάμνηση του εκλιπόντος να μας βοηθήσει να ενισχύσουμε την παρουσία μας στον χώρο, με το να ζούμε την υπάρχουσα στιγμή κι όχι κάποια φαντασιακή.

Με αυτό τον τρόπο, και «λογικά» μιλώντας, δεν θα χρειαστεί να προσαρμοστούν τα δεδομένα του περιβάλλοντος έτσι ώστε να ικανοποιούν μια ανάμνηση, με ένα διαρκές τσίγκλισμα του κενού που ζητά αναπλήρωση, αλλά θα ζει κανείς ανεπηρέαστος από αυτό. Ωστόσο είναι γνωστό ότι η λογική με το συναίσθημα πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση. Κι επίσης υπάρχει η πιθανότητα ακόμα και αυτή η αντιμετώπιση να οδηγήσει σε άλλα συμπλέγματα, τα οποία προς το παρόν δεν μπορώ να υποθέσω.

Εάν καταφέρω να σκεφτώ κάποια, θα ανανεώσω το παρόν άρθρο, ή θα γράψω άλλο ένα το οποίο δεν θα διαβάσει κανείς.
HellRazor

6/2/012

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Προζύμι για Εμφύλιο


   Η πορεία της 17 Νοέμβρη στην Αθήνα είχε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όλες τις προηγούμενες, γιατί ενσωμάτωσε και εικονοποίησε πολλές καινοτομίες σε μια μόνο επέτειο. Η οπτική αναπαράσταση της πορείας-διαμαρτυρίας- μνημόσυνου που επέδειξε το πλήθος ήταν απόλυτα σαφής.

   Προηγήθηκε η περιφορά της ματωμένης σημαίας του Πολυτεχνείου, όπως κάθε χρόνο. Αυτή ήταν όπως πάντα στην κεφαλή της πορείας, η οποία ξεκίνησε περίπου μισή ώρα μετά την σημαία. Ένα πλήθος 10000 ατόμων περίπου, αποτελούμενο κυρίως από νεολαίες αριστερών σχημάτων, όλων εξωκοινοβουλευτικών πλην του ΣΥΡΙΖΑ. Φοιτητές, άνεργοι, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και αγανακτισμένοι. Στα πίσω μπλοκ ως είθισται, είχαν την σειρά τους οι «μαύροι», όλοι έτοιμοι και πάνοπλοι, με ροπαλοσημαίες, κράνη, μάσκες, ασφαλίτες και ποιος ξέρει τι άλλο. Η πορεία ξεκίνησε από την Σταδίου και συνέχισε στην Βασιλίσσης Σοφίας προς την Αμερικάνικη Πρεσβεία. Όλες οι κάθετες της Βασιλίσσης Σοφίας ήταν αποκλεισμένες από διμοιρίες των ΜΑΤ. Μόλις ο κύριος όγκος της πορείας πέρασε την πρώτη κάθετο, οι «αναρχικοί» των πίσω μπλοκ είτε κάποιοι ασφαλίτες, άρχισαν επίθεση με αυγά και πέτρες. Το αποτέλεσμα ήταν να ρίξουν (τα ΜΑΤ) μερικές κρότου λάμψης και λίγα δακρυγόνα (πάνω στον πανικό μέτρησα 6) τα οποία διέλυσαν τα πίσω μπλοκ της πορείας και προώθησαν την υπόλοιπη πορεία προς την αμερικάνικη πρεσβεία.

   Κι εδώ αρχίζουν οι καινοτομίες. 1ον,Η πορεία δεν διαλύθηκε, αλλά συνέχισε ειρηνικά, αν και κάπως υποτονικά και οι μπαχαλάκηδες δεν κατάφεραν ποτέ να ξαναμπούν συσπειρωμένα στην πορεία, λόγω του αποκλεισμού των κάθετων οδών. Έξω από την αμερικάνικη πρεσβεία, κάποιοι θερμόαιμοι που ωστόσο έδειξαν αυτοσυγκράτηση νωρίτερα, πέταξαν τα φυλαγμένα αυγά τους προς τις διμοιρίες της αποκλεισμένης πρεσβείας. Κανείς δεν ήταν ιδιαίτερα έτοιμος για χημικό πόλεμο, εκτός από του παροπλισμένους «μαύρους» κι έτσι οι όποιες «παρεκτροπές» καταπνίχθηκαν με ελάχιστη χρήση χημικών. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνιχτική, μα υποφερτή, ωστόσο ο κόσμος άρχισε να διαλύεται (έκανε και ψύχρα) κι έτσι κατηφορίσαμε ξανά την Βασιλίσσης Σοφίας προς το Σύνταγμα, σχολιάζοντας με κάποια απογοήτευση την χαμηλή προσέλευση του κόσμου. Καινοτομιών συνέχεια, ίσως λόγω έλλειψης ασύλου (2ον) ,  δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα επεισόδια ούτε τη νύχτα (3ον) , ενώ νωρίτερα μια ομάδα ΜΑΤ είχε ήδη εισβάλει στο πολυτεχνείο (4ον ). Πρωτοτυπία σε κάθε επίπεδο.

   Τότε, πάνω που λέγαμε «άντε, του χρόνου πάλι», βρεθήκαμε μπροστά σε μια έκπληξη. Ένα πλήθος περίπου 20000 ατόμων, τουλάχιστον διπλάσιο της κυρίως πορείας, με σημαιορόπαλα του ΚΚΕ - ΠΑΜΕ ανέβαινε συντεταγμένα, σχεδόν στοιχισμένα, προς την πρεσβεία των ΗΠΑ. Θύμιζαν εικόνες της Ναζιστικής Νεολαίας, πίσω στη δεκαετία του ‘40. Τότε κατάλαβα τι συμβαίνει.

   Ο Λαζόπουλος το είπε ξεκάθαρα στο τσαντίρι του χτες: «Το ΚΚΕ δεν μπορεί να τα βρει με την αριστερά». Κατά συνέπεια, διαμαρτύρεται ξέχωρα από την υπόλοιπη αριστερά, δημιουργώντας μια δική του πορεία. Αυτό βέβαια περιλαμβάνει και την πολιτική πορεία, δηλαδή την πνευματική διάσταση της εικόνας που έδινε η αριστερά στις 17/11/2011, στο κέντρο της Αθήνας.

   Όλα τα πολιτικά κόμματα έχουν ένα κύριο και κοινό στόχο: Να κυβερνήσουν. Ο στόχος αυτός είναι ακόμα πιο κοντά, όταν η κυβέρνηση μιας χώρας παραπαίει, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Το πάθος και η αδημονία για εξουσία, χαρακτηριστικά κοινά σχεδόν σε όλους μας, γίνονται ακόμα πιο έντονα, όσο πλησιάζεις προς το στόχο και δεν τον φτάνεις. Είναι μια κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες δράσεις και αντιδράσεις.

   Με μία κεντροδεξιά που έχει κορεστεί από την εξουσία και τώρα καταρρέει, το πολιτικό σκηνικό αρχίζει να πολώνεται έντονα. Στο κέντρο δεν υπάρχει πια τίποτα, με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ να έχουν ακυρωθεί από την κυβέρνηση κατοχής της ΕΕ. Έτσι, τα αριστερά σχήματα ενισχύονται, ακόμα και μέσα στην έμφυτη τάση τους για διάσπαση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κόμματα της άκρας δεξιάς. Τρανό παράδειγμα ο διορισμός του Άδωνη Γεωργιάδη σε βουλευτή, ένα μάρκετινγκ που προφανώς θα ενισχύσει το ποσοστό ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ, από ανθρώπους που ακόμα πιστεύουν στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Κι ας μην αναφέρουμε τους νέο-φασιστικούς πυρήνες ανά τη χώρα.

   Έφτασε η ώρα για το ρητορικό ερώτημα του άρθρου: Τι συμβαίνει όταν δυο αντίπαλα στρατόπεδα ενισχύουν τις δυνάμεις τους; Ο ορισμός του πόλου είναι ότι αποτελεί το ισοδύναμο και αντίθετο μέρος ενός διπολικού συστήματος. Δεν νοείται λοιπόν πόλος χωρίς αντίθετο, όπως δε νοείται η ύπαρξη τρίτου πόλου. Κι όπως τα αντίθετα έλκονται, όταν η ορμή είναι μεγάλη, τότε το αποτέλεσμα είναι ένα: Η σύγκρουση.

   Αυτή τη στιγμή υπάρχει ακόμα ο τρίτος πόλος, που αποτρέπει την σύγκρουση των άλλων δυο. Είναι η κεντροδεξιά του πολιτικού συστήματος. Λειτουργεί σαν φράχτης μεταξύ των δύο πόλων, όμως θυμίζει σάπια, ξύλινη περίφραξη που προορίζεται να συγκρατήσει ορδές ελεφάντων. Η κατάρρευση του πολιτικού αυτού φράγματος είναι πια θέμα χρόνου και θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το κατά πόσο τα πιόνια αυτής της σκακιέρας θα θυμούνται τα ιδανικά πολιτισμού και ήθους που έχουν κάνει παντιέρα τους, όταν θα διεκδικούν την εξουσία.



HellRazor

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Ο Βασιλιάς είναι γυμνος




Αντιγράφω από την «Εισαγωγή στην Πολιτική» του A. Heywood, σελ. 50.

«Ένα καθεστώς είναι ένα «σύστημα εξουσίας» που διαρκεί παρ’ολες τις αλλαγές κυβερνήσεων. Ενώ οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν μέσω εκλογών, διαδοχής στο θρόνο, πραξικοπημάτων κλπ, τα καθεστώτα μπορούν να αλλάξουν μόνο με εξωτερική στρατιωτική επέμβαση ή με κάποιες εσωτερικές επαναστατικές κινητοποιήσεις».

Αυτό ίσως να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους μέσα σε μερικά κεφάλια. Ίσως και όχι. Γεγονός είναι πάντως ότι η διαδοχή από Παπανδρέου σε Παπαδήμο είναι σαν την παροιμία «Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς».

Το πρόβλημα εδώ  είναι ο βαθμός νομιμοποίησης αυτής της διαδοχής, καθώς και της νομιμοποίησης της κυβέρνησης Παπαδήμου να λαμβάνει αποφάσεις. Ο κύριος Παπαδήμος ήταν άγνωστο στο ευρύ κοινό, μέχρι που προτάθηκε για πρωθυπουργός. Προφανώς δρούσε στο πολιτικό παρασκήνιο, μια πρακτική που συνηθίζεται από τους μεγαλοπαράγοντες του οικονομικού κόσμου. Την εμφάνισή του φρόντισαν περίτεχνα οι κύριοι της προηγούμενης κυβέρνησης.

Έτσι λοιπόν, μέσα από μια δίνη διαδοχολογίας που θόλωσε τα νερά της κοινής γνώμης, αναδύθηκε για λίγο το κεφαλάκι του κ. Παπαδήμου, να ανασάνει μια στάλα. Ύστερα βυθίστηκε και πάλι, «απογοητευμένο» από τον ανταγωνισμό, μα όταν είδε ότι οι πολιτικοί αρχηγοί πέταγαν ο ένας στον άλλον την εξουσία σαν καυτή πατάτα, αποφάσισε την πάρει ο ίδιος και να φτιάξει μόνος του τον πουρέ.  Μπήκε μπροστά με τσαμπουκά , θέτοντας προσωπικούς όρους (ως ανώτερος) και χτές «ορκίστηκε» κυβερνήτης της χώρας έτσι, χωρίς εκλογές, χωρίς τίποτα. Ένα πρόσωπο που εμφανίστηκε από το «πουθενά», χωρίς καμία επαφή με τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, χωρίς καμία προηγούμενη κοινοβουλευτική εμπειρία, χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, χωρίς λαϊκή εντολή, έχει πλέον τα καθήκοντα πρωθυπουργού. Έτσι, συστημένος. Από ποιόν άραγε; Να με συγχωρείτε, αλλά κάτι βρωμάει.

 Όμως τι είναι ο πρωθυπουργός σε μια δημοκρατία; Ένας σύντομος ορισμός είναι «Επικεφαλής κυβέρνησης του οποίου η εξουσία απορρέει από την ηγεσία του μεγαλύτερου κόμματος (η συνασπισμού κομμάτων) στο κοινοβούλιο». Θέλουν να πιστέψουμε λοιπόν ότι ο κ. Παπαδήμος είναι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου συνασπισμού; Κάποιοι το πιστεύουν ήδη. Αλίμονο, κάποιοι πιστεύουν μέχρι και ότι ο Παπανδρέου έκανε καλά τη δουλειά του, αν κρίνω από την υποδοχή που του έκαναν στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ προχθές, μετά την παραίτησή του, όπου έφτασε καταχειροκροτούμενος. Η χαλαρότητα του Γιωργάκη αυτές τις μέρες ήταν μάλιστα παραπάνω από εμφανής, καθώς εθεάθη πάμπολλες φορές να χαμογελάει αμέριμνα όπως έκανε και πριν τις εκλογές. Ο άνθρωπος που απαλλάσσεται από ένα βάρος φαίνεται. Το να είσαι ο πιο αντιπαθής άνθρωπος στην πολιτική σφαίρα μιας χώρας είναι προφανώς αβάσταχτο. Ο κύριος Παπαδήμος θα πρέπει να επωμιστεί αυτό το φορτίο, σαν αντάλλαγμα για τα εκατομμύρια που θα βάλει στην τσέπη του, αυτός και οι συνεργάτες του. Αυτό σημαίνει ότι όταν από δω και πέρα ο κόσμος θα κατεβαίνει στους δρόμους, το αν θα διαλυθεί το πλήθος με χημικά ή όχι θα φέρει πλέον την υπογραφή ενός τραπεζικού διευθυντή. Το ίδιο και οι περικοπές, οι μειώσεις, οι προσλήψεις, οι απολύσεις και τα πάντα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο κ. Παπαδήμος είναι στην κορυφή της πυραμίδας. Δυστυχώς είναι και αυτός φορέας εντολών εξ άνωθεν όπως και όλοι οι προηγούμενοι. Και το χειρότερο, είναι γυμνός, χωρίς τον μανδύα της κοινωνικής αποδοχής.

HellRazor

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Κριτήρια Πολιτικών


Τα κριτήρια αξιολόγησης των πολιτικών περνούν κρίση. Δεν πρόκειται για μια νέα κατάσταση, η τουλάχιστον δεν είναι καμιά ξαφνική και απρόσμενη αλλαγή. Είναι όμως μια  αλλαγή απροσδόκητη, που αναδύεται μέσα από τη συλλογική πολιτική συνείδηση, μια μεταστροφή που προκύπτει μέσα από ορθολογικές διαδικασίες. Η εξέλιξη αυτή είναι μια διαδικασία παράλληλη με την πολιτική δράση των κομματικών αρχηγών σε βάθος χρόνου και ο βαθμός της συλλογικής συνειδησιακής μεταστροφής είναι ανάλογος με τη δράση αυτή.

   Μέσα σε τριάντα χρόνια «Δημοκρατίας», βλέπουμε την εναλλαγή από εμπιστοσύνη σε καχυποψία, την αγάπη προς το πολιτικό σύστημα να μετατρέπεται σε μίσος, την αγαλλίαση των πράσινων, μπλε και κόκκινων σημαιακίων να μετατρέπεται σε οργή ενός «άχρωμου» (πολύχρωμου) πλήθους. Η οργή αυτή, η καχυποψία, το μίσος και άλλα αρνητικά συναισθήματα, στην πρωτογενή τους μορφή -την αυθόρμητη θα έλεγαν κάποιοι- εκφράζεται με διαδηλώσεις, καταλήψεις και διαμαρτυρίες και, τον τελευταίο καιρό, με βίαια επεισόδια και εξεγέρσεις.

 Υπό αυτήν την έννοια, δηλαδή της πρωτογένειας που φέρει αυτός ο τρόπος έκφρασης, όλες αυτές οι διαδικασίες δεν αποτελούν πλέον μιαν ουσιαστική απάντηση προς το πολιτικό σύστημα, γιατί έχει καταφέρει να τις αγνοεί. Για τον πολιτικό κόσμο, είναι απλώς μιαν αντανακλαστική αντίδραση του λαού στην προσβολή των συμφερόντων του. Η ουσιαστική όμως απάντηση είναι η ορθολογική δράση που ωθείται από τα προαναφερθέντα αρνητικά συναισθήματα. Εξηγούμαι:

Η απάντηση, με τη μορφή ορθολογικής δράσης, θα είναι η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, όπως αυτό εκφράζεται από τα πολιτικά πρόσωπα. Συνέπεια αυτού θα είναι η μειωμένη εκτίμηση –και μη χειρότερα- προς τα πρόσωπα αυτά, τα οποία, διαχρονικά και μέχρι σήμερα, φροντίζουν να επιβεβαιώνουν την αρνητική τους εικόνα, μέσα από σκάνδαλα και πολιτικά εγκλήματα που καμία σχέση δεν έχουν με την ευημερία κανενός λαού.

Είναι η πολιτική τους εικόνα αυτή, η «βιτρίνα τους» που, αν είναι έστω τόσο βρώμικη εξωτερικά, τότε δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε το τι συμβαίνει κεκλεισμένων των θυρών. Ωστόσο ακόμα και αυτή η θολή εικόνα που δίνουν οι πολιτικές φυσιογνωμίες στην κοινή γνώμη, είναι αρκετή για να υποβιβάσει τα κριτήρια αξιολόγησης των πολιτικών προσώπων, που είναι και το θέμα μας.

Αρχικά, η αρνητική αξιολόγηση αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τις ανώτερες οικονομικά τάξεις. Όλοι έχουμε την παιδική ανάμνηση κάποιου να μας λέει ότι «αν δεν βουτήξεις στα σκατά δεν κάνεις περιουσία» και φυσικά δεν εννοούν τη σκληρή σωματική εργασία. Μια άλλη περίφραση αυτής της κατάστασης είναι ότι «αυτοί (οι πλούσιοι) πατούν επί πτωμάτων για να χτίσουν». Γαλουχούμαστε με την πεποίθηση ότι όποιος έχει μεγάλη περιουσία την απέκτησε με βρώμικα μέσα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (κληρονομιές, ΛΟΤΤΟ, ρευστοποίηση περιουσίας) που κι αυτές ακόμα δεν γλιτώνουν της αρνητικής κριτικής. Οι πηγές  και οι ψυχολογικοί λόγοι (ζήλια κλπ) της κριτικής αυτής καλύπτουν ένα άρθρο από μόνες τους. Το ζήτημα ξεκινάει όταν αυτή η κριτική πόσο μάλλον, η οργή, αρχίζει να κατευθύνεται προς τα αμιγώς πολιτικά (κομματικά) πρόσωπα κι αυτό συμβαίνει όταν η διαχωριστική γραμμή (αν υπήρχε ποτέ) μεταξύ οικονομικής ελίτ και πολιτικής ελίτ, αρχίζει να γίνεται ακόμα πιο δυσδιάκριτη. Οι πολιτικοί αρχηγοί είχαν πάντα στην παντιέρα τους κάποια πολιτική ιδεολογία, αποποιούμενοι τα οικονομικά κίνητρα, τουλάχιστον στη δημόσια εικόνα τους. Η στήριξη του λαού κατευθυνόταν από αυτήν την ιδεολογία σχεδόν κατ’αποκλειστικότητα, καθώς τα οικονομικά κίνητρα θα τα απολάμβανε ο ίδιος ο λαός. Υπήρχε δηλαδή μια υπόσχεση συμμετοχής σε αυτήν την ελίτ. Τώρα, η συνύφανση μεταξύ ιδεολογίας και οικονομικού κέρδους είναι πιο έντονη από ποτέ, ως συνέπεια του καπιταλισμού. Το σήμα του ευρώ (του δολαρίου, του γεν κλπ) έχει αναδυθεί στις σημαίες όλων των κομμάτων. Οι Μαρξιστές και οι Αναρχικοί υποστηρίζουν ότι ήταν πάντα έτσι, με μια γερή δόση μέικ-απ.  Απλώς τώρα, ο λαός βλέπει μπροστά στα μάτια του να τον αφήνουν εκτός όχι μόνο της όποιας οικονομικής ελίτ, αλλά και από τις αποφάσεις που ορίζουν την ζωή του.

Φτάνουμε λοιπόν έτσι στα κριτήρια επιλογής ενός πρωθυπουργού, που συνήθως τίθενται από τον λαό κατά τις εκλογές, έστω και θεωρητικά, καθώς πρόκειται για αντιπροσωπευτική δημοκρατία.  Σε αυτή τη περίπτωση τίθενται από τον πρώην πρωθυπουργό και τους πολιτικούς του αντιπάλους, αφήνοντας τον λαό στην άκρη. Πόσο ορθολογικά και αντικειμενικά θα είναι τα κριτήρια αυτά, τη στιγμή που λείπει αυτός για τον οποίο όλοι αυτοί εργάζονται, δηλαδή ο λαός; Αυτή η ανάγκη συμμετοχής του λαού στις αποφάσεις δεν είναι ακόμα πιο επιτακτική τώρα, σε μια υποτίθεται κρίσιμη στιγμή της πολιτικής ιστορίας; Έστω δηλαδή ότι δεχόμαστε να μας εκπροσωπεί κάποιος, ωσαν να είμαστε άβουλα, μωρά πλάσματα. Εμάς να μη μας ρωτήσουν αν τον θέλουμε; Πώς προσμετρείται η φερεγγυότητα ενός πρωθυπουργού που παραιτείται έχοντας ολοκληρώσει μια μακρόχρονη διαδικασία υποδούλωσης ενός λαού και πως ξέρουμε ότι αυτήν ειδικά τη φορά θα πάρει την σωστή απόφαση; Ποιος εγγυάται τη φερεγγυότητα του Α.Σαμαρά, όταν είμαστε βέβαιοι πλέον ότι και αυτός θα έκανε τα ίδια με διαφορετικό τρόπο; Ποιος εγγυάται δίκαιη διαχείριση της ζωής μας τη στιγμή που κανείς από όλο το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας δεν τιμωρήθηκε για ούτε ένα σκάνδαλο, ακόμα και σήμερα; Ενώ  μάλιστα οι φυλακές ασφυκτιούν από μικροεγκληματίες;  Η λίστα με τα δεδομένα, με τα οποία μπορούμε να δημιουργήσουμε κριτήρια αξιολόγησης για πρωθυπουργούς  και κυβερνήτες είναι ατελείωτη. Σκάνδαλα κι αρπαχτές, η μία πίσω από την άλλη και ακόμα δεν γνωρίζουμε ούτε τα μισά.

Αυτά βέβαια, τα ξέρει ο λαός. Και οι πολιτικοί τα ξέρουν. Και οι πολιτικοί ξέρουν ότι τα ξέρει ο λαός κι αυτό είναι που τρέμουν. Ωστόσο, συνεχίζουν να επιμένουν στα δικά τους, διεστραμμένα κριτήρια για ανθρώπους ικανούς να κυβερνήσουν. Να είναι απόφοιτος τουλάχιστον μιας οικονομικής σχολής. Να κατέχει νομικά θέματα. Να έχει πτυχίο νομικής, να μιλάει τουλάχιστον δυο γλώσσες με το στόμα και καμία με το σώμα του. Να αγνοεί τελείως τα συναισθήματά του, σαν να ήταν η αντιπολίτευση, την κοινωνική του παιδεία σαν τα πλήθη στους δρόμους, να ξεχνά τον εαυτό του και να μεθά με την ισχύ. Πράγματα που όχι μόνο δεν συντελούν στην ευημερία του κόσμου, αλλά είναι επικίνδυνα γι αυτόν. Κριτήρια που απέδιδε και ο ίδιος ο λαός ως θετικά για τους ηγέτες του, τώρα τα απορρίπτει ως ακατάλληλα.

Και μιας και ο λαός δεν είναι μαλάκας, παρόλο που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται έτσι, θα φροντίσει να αξιολογήσει κατάλληλα όποιον πάει να καθίσει πάνω στο σβέρκο του. Θα του το επιτρέψει, αν ο όποιος είναι μάγκας, γιατί είμαστε βιτσιόζικος λαός. Όμως, προσωπικά πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένας πολιτικός τόσο λαοπλάνος πια και, ούτε θα υπάρξει ποτέ ξανά.  Ένας ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο όλο. Πόσο μάλλον ο πληθυσμός ενός κράτους.  Δεν θα του σταθούν εμπόδιο μερικοί τηλεκατευθυνόμενοι πολιτικοί.
HellRazor