Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Η Συναινετική Δημοκρατία στην Κύπρο


Η Συναινετική Δημοκρατία στην Κύπρο







Του Σ.K.







07.06.2010





























































 Εισαγωγή



Σκοπος της έρευνας που προηγήθηκε της παρούσης εργασίας ήταν ο εντοπισμός των εθνοτικών διαφορών μεταξύ των κατοίκων της Κύπρου, η ιστορική τους ζύμωση και η εξέταση της ύπαρξης ή μη του Συναινετισμού μεταξύ των εθνοτικών ομάδων σε ιστορικό πλαίσιο. Στόχος της εργασίας ήταν η εξέταση του εθνοτικού προβλήματος στο παρόν και η δυνατότητα εφαρμογής της Σ.Δ. όπως αυτή οριοθετείται από τον Π Βαν Ντεν Μπεργκ στο έργο του «Το Εθνοτικό Φαινόμενο», κεφ. 9.

Το πρώτο βήμα της Επιστημονικής Μεθόδου, η παρατήρηση, περιορίστηκε αναγκαστικά στην αναζήτηση πηγών ικανών να απεικονίσουν τις εθνοτικές διαφορές και διαδράσεις, αντικαθιστώντας την επιτόπου εμπειρική έρευνα, λόγω έλλειψης χρόνου και χρήματος

Η έρευνα διεξήχθη με γνώμονα τρείς βασικούς άξονες, αυτούς της  πολιτικής, της εκπαίδευσης  και της δημογραφίας. Σε κάθε περίπτωση επιχειρείται μια ιστορική αναδρομή με σκοπό την αιτιολόγηση της σημερινής κατάστασης. Δυστυχώς οι γενικεύσεις στα επιμέρους τμήματα του κάθε άξονα και το περιγραφικό ύφος ήταν αναπόφευκτα, λόγω του μεγάλου όγκου δεδομένων, της έλλειψης χρόνου και του φόρτου εργασίας της σχολής εν όψει της εξεταστικής του Ιουνίου. Η τελική εφαρμογή των υποθέσεων αφορά κυρίως την περίοδο από το 1974 κι εξής, ως άμεσο αίτιο της σημερινής κατάστασης στην Κύπρο, ώστε να αποφευχθούν οι σκόπελοι των ιστορικών κενών πληροφόρησης και η αλλοίωση της ιστορικής μνήμης που ήδη συντελείται στους κατοίκους της νήσου.

















Το Εθνοτικό φαινόμενο στην Κύπρο



Γεωγραφία- Γεωπολιτική



Η Κύπρος είναι ένα νησί με μεικτό πληθυσμό 1.054.000 κατοίκων (2007), εκ των οποίων οι 789.300 είναι Ελληνοκύπριοι και περίπου 264.000 Τουρκοκύπριοι, με κάποια επιφύλαξη για τον ακριβή αριθμό των Τουρκοκυπρίων, λόγω της διαρκούς εγκατάστασης εποίκων από την Τουρκία και της μετανάστευσης τους από τα κατεχόμενα εδάφη προς την ελεύθερη Κύπρο και την Ευρώπη.  Πολιτικά το νησί χωρίζεται στην Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου, ένα ψευδοκράτος που δημιουργήθηκε το 1983(προεδρία Ραούφ Ντενκτάς) μετά την μονομερή επιχείρηση εισβολής «Αττίλας 1» (προεδρία Fahri Korutürk) της Τουρκίας το 1974. Εκ τότε, ο Τουρκικός στρατός κατέλαβε το 37% του βόρειου τμήματος του νησιού διχοτομώντας τη χώρα. Εκτοπίστηκαν περίπου 200.000 Ελληνοκύπριοι, οι νεκροί υπολογίζονται σε 4000, ενώ πλέον των 1500  ατόμων αγνοούνται μέχρι και σήμερα. Οι πηγές για την περίπτωση των Τουρκοκυπρίων είναι δύσκολα επαληθεύσιμες, λόγω της στρέβλωσης των γεγονότων από τα μέσα της εποχής και της έλλειψης πληροφοριών. Το Νότιο τμήμα, η Δημοκρατία της Κύπρου, αποτελεί μέλος της Ε.Ε. και είναι η μόνη Ευρωπαϊκή χώρα με εδάφη υπό κατοχή. Τα σύνορα οριοθετούνται από την Πράσινη Ζώνη, μια περιοχή ελεγχόμενη από ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ.  Αυτά τα γεγονότα θα αποτελούν και την βάση της παρούσας εργασίας στην εξέταση του εθνοτικού φαινομένου στην Κύπρο.

Γεωγραφικά η Κύπρος θεωρείται ότι ανήκει στην Νοτιοανατολική Ευρώπη ή την Νοτιοδυτική Ασία. Συνορεύει από τα Βόρεια με την Τουρκία, από τα Δυτικά με την Κρήτη και την Ελλάδα, ανατολικά με το Λίβανο, τη Συρία και το Ισραήλ και νότια με την Αφρικανική ήπειρο (Αίγυπτος). Η γεωγραφική της θέση συνεπάγεται άμεσα την γεωπολιτική της εξέλιξη, καθώς χρησιμεύει από την αρχαιότητα ως ένα σημαντικότατο σταυροδρόμι μεταξύ των τριών ηπείρων για εμπόριο, έναν ενδιάμεσο σταθμό ανεφοδιασμού για τους εμπορικούς στόλους, αλλά και σαν στρατιωτικό ορμητήριο, καθιστώντας την έτσι ένα δελεαστικό γεωγραφικό «εργαλείο» για τους γείτονες λαούς, όταν αυτοί είχαν επεκτατικές βλέψεις. Οι σύγχρονες «συμμαχικές» δυνάμεις την έχουν χαρακτηρίσει ως «σταθερό αεροπλανοφόρο» λόγω της γεωγραφικής θέσης της. Εκτός από την Τουρκία, η Μ. Βρετανία επίσης κατέχει ένα  εδαφικό ποσοστό 2,7% (99 τετ. μίλια) του νησιού μέχρι και σήμερα, με τις λεγόμενες «Περιοχές Ανεξάρτητης Βάσης», οι οποίες αποτελούν απομεινάρι των συνθηκών Ζυρίχης – Λονδίνου που υπογράφηκαν το 1959 στην Ανεξαρτησία της Κύπρου κι εκχωρούσαν ένα μέρος των εδαφών στους Άγγλους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αγγλοκρατία διαδέχτηκε την Τουρκοκρατία που διήρκησε σχεδόν 300 χρόνια με την ακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία διαδέχτηκε την Φραγκοκρατία του11ου αιώνα  και ούτω καθεξής μέχρι τους Περσικούς Πολέμους και την κατάκτησή της από τους Πέρσες. Μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία και προϊστορία του νησιού μας δείχνει μια ιστορική συνέχεια της πολυπολιτισμικής συμβίωσης στην Κύπρο. Η πολυπολιτισμικότητα μοιάζει με δομικό στοιχείο της ιστορίας της του νησιού μάλλον, παρά σαν εξαιρετική περίπτωση εξόφθαλμης ανάμιξης πολιτισμών όπως συνέβη σε άλλους τόπους. Αυτό οφείλεται ακριβώς στην γεωγραφική και γεωπολιτική θέση της Κύπρου και στην χρησιμότητα της στους τομείς του εμπορίου και των πόρων. Με κάθε επιφύλαξη, φαίνεται ότι οι βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις ακολουθούν ένα ιστορικό μονοπάτι συναινετισμού ή απλώς συναινετικής συμπεριφοράς των χαμηλών τάξεων για αρκετά μεγάλες χρονικές περιόδους, αν λάβουμε τουλάχιστον υπόψη τα παραδείγματα της Οθωμανικής και της Φραγκικής αυτοκρατορίας. Αυτό σημαίνει λίγο πολύ ότι η Κύπρος είναι ανέκαθεν μια κοινωνία μειονοτήτων, μα κάτι τέτοιο αποτελεί ίσως απλά ένα φιλοσοφικό συμπέρασμα.

Οι συνεντεύξεις σε διάφορους τηλεοπτικούς σταθμούς και στο ιντερνέτ  από ανθρώπους που θυμούνται την κοινωνική κατάσταση πριν την εισβολή, στην πλειοψηφία τους υποστηρίζουν ότι η συμβίωση Ελληνοκυπρίων Τουρκοκυπρίων και Μαρωνιτών ήταν καθόλα ειρηνική, εκτός και αν επιδρούσε κάποιος πολιτικός φορέας, όπως συνέβη με τις ταραχές που ακολούθησαν τα χρόνια μετά την υπογραφή των  συμφώνων Λονδινου-Ζυρίχης



Δημογραφία

Ομιλούμενες Γλώσσες

Οι κύριες μειονοτικές ομάδες είναι όπως είδαμε οι Τουρκοκύπριοι σε ποσοστό 18%  και οι Ελληνοκύπριοι (82%), με μειονότητες (πλέον κάτω του 1%) Μαρωνιτων, Αρμενίων και Λατίνων. Ο κύριος όγκος των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων στρογγυλοποιείται χάριν συντομίας, ωστόσο ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων είναι ασταθής και τα στοιχεία συγκεχυμένα, ακόμα περισσότερο μετά το 1974. Πάντως υπάρχει και μια κοινότητα της φυλής  Ρομά που τάσσεται με την Τουρκοκυπριακή πλευρά. Υπάρχει τέλος, ένας αόριστος αριθμός Βρετανών υπηκόων που διαμένουν μόνιμα στις «Περιοχές Ανεξάρτητης Βάσης» και που αποτελείται κυρίως από στελέχη κρατικών υπηρεσιών της Βρετανίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου άρχισε μια κατά συρροή αποδημία Βρετανό-κύπριων κατοίκων προς την Μ. Βρετανία.

Η επίσημη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι Ελληνοκύπριοι είναι τα Ελληνικά.  Το Ελληνικό αλφάβητο άρχισε να χρησιμοποιείται στο νησί από τον 5ο αιώνα π.χ. και για πολλούς αιώνες στην χρησιμευσε στις διαπολιτισμικές συναλλαγές. Η σύγχρονη Κυπριακή διάλεκτος χαρακτηρίζεται ως η «πολυφωνία της ελληνικής γλώσσας» κι έχει ενσωματώσει λέξεις και προφορικά στοιχεία τόσο από την Τουρκική γλώσσα, όσο και από την Αγγλική. Η τελευταία χρησιμοποιείται σε καθημερινή βάση από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, κυρίως λόγω της παρουσίας των εποίκων και της τουριστικής παράδοσης του νησιού.

Οι Τουρκοκύπριοι έχουν ως μητρική γλώσσα τα Τουρκικά, διατηρώντας τους εθνικούς δεσμούς με την χώρα, με πιθανή εξαίρεση τους γηγενείς Τουρκοκύπριους που χρησιμοποιούν λέξεις και στοιχεία της Ελληνοκυπριακής διαλέκτου με μεγαλύτερη συχνότητα.  Η αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται κι εδώ στο βαθμό που εξυπηρετεί την επικοινωνία με την Ε.Κ. πλευρά και την τουριστική ανάπτυξη. Η Αγγλική αποτελεί και για τις δυο εθνοτικές ομάδες έναν μονόδρομο στην επικοινωνία, καθώς η εκμάθηση της Ελληνικής στα Τουρκικά σχολεία η της Τουρκικής στα Ελληνικά δεν ενθαρρύνεται ιδιαίτερα από τα κράτη και περιορίζεται σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Τα δημόσια έγγραφα των δυο εθνύων εκδίδονται στην μητρική τους γλώσσα.



Θρησκεύματα.

Η συντριπτική πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων είναι Ισλαμιστές ενώ οι Ελληνοκύπριοι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, υπαγόμενοι στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου. Υπάρχουν επίσης μικρές κοινότητες Αρμενίων που συγκαταλέγονται στους Χριστιανούς και κάποιες ομάδες Εβραίων. Ο θρησκευτικός προσανατολισμός των κατοίκων Βρετανικής καταγωγής είναι άγνωστος. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι εθνοτικές συγκρούσεις σε επίπεδο γλώσσας ή θρησκείας απουσιάζουν σχεδόν παντελώς από το νησί, παρόλη την έκρυθμη κατάσταση στα πολιτικά. Όποιες βίαιες εξάρσεις γλωσσικού ή θρησκευτικού φανατισμού σημειώθηκαν είναι μικρής κλίμακας και συνήθως υποκινούνται από εθνικιστικές ομάδες ακτιβιστών. Το Κυπριακό Πρόβλημα, πλέον ιδιωματικό συνώνυμο της περιπλοκότητας, φαίνεται να επιστεγάζει τις όποιες εθνοτικές και ιδιαίτερα τις θρησκευτικές διαφορές, αφήνοντας τις σε δεύτερη μοίρα, όπως στο παράδειγμα της Ελβετίας.  

Ακολουθουν δυο χάρτες της εθνικής μίξης πριν την Εθνοκάθαρση του 1974.

  Εικ.Α

Εικ. Β

Βλέπουμε ότι οι Τουρκοκυπριακές κοινότητες είχαν σχηματίσει θύλακες χωρίς συγκεκριμένη γεωγραφική κατανομή, βασισμένοι στην όποια αυτοδιάθεση τους επιτρεπόταν από την κοινωνικοπολιτική ελίτ(εικ. Α+Β).  Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1962 με 1968 και μέχρι την εισβολή, τα χωριά με μεικτό πληθυσμό άρχισαν να συρρικνώνονται, κάτι στο οποίο συνέβαλε και ο ενδυναμωμένος από τις πολιτικές συνθήκες εθνικισμός.

Αυτή είναι η κοινωνικοπολιτική απεικόνιση του νησιού μετά την εισβολή και την εθνοκάθαρση (εικ Γ). Οι μωβ περιοχές αποτελούν Βρετανικό έδαφος. Στην πάνω πλευρά  φαίνεται η κατανομή και η σύσταση των περιοχών με μεικτό πληθυσμό. Αυτές οι περιοχές είναι που άρχισαν να συρρικνώνονται, σχηματίζοντας τους θύλακες της εικόνας Β..



Εικ. Γ

Η Τουρκική κυβέρνηση αμέσως μετά την εισβολή άρχισε την αποστολή εποίκων στα κατεχόμενα εδάφη αλλοιώνοντας τα δημογραφικά δεδομένα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι οι Ανατολίτες έποικοι ξεπερνούν αριθμητικά τους γηγενείς τουρκοκύπριους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται πλέον ως μειονότητα στο ίδιο τους το έδαφος. Τα δημογραφικά στοιχεία αυτούσια από την Wikipedia είναι αυτά:

Εθνικές ομάδες: Ελληνοκύπριοι 76% (99,5% των Ελληνοκύπριων ζουν στην ελεύθερη περιοχή 0,5% των Ελλήνων ζουν στην κατεχόμενη περιοχή), Τουρκοκύπριοι 10% (1,3% των Τουρκοκύπριων ζουν στην ελεύθερη περιοχή 98,7% των Τουρκοκυπρίων ζουν στην κατεχόμενη περιοχή), άλλοι 14% (99,2% των άλλων εθνικών ομάδων ζουν στην ελεύθερη περιοχή 0,8% των άλλων εθνικών ομάδων ζουν στην κατεχόμενη περιοχή)

Η πολιτισμική πολυμορφία λοιπόν παραμένει σταθερή στην Κύπρο, ακόμα και με τις διακυμάνσεις στον πληθυσμό των Τουρκοκυπρίων, πληρώντας έτσι  έναν καθοριστικό παράγοντα συναινετισμού, την πολυπολιτισμικότητα.



Πολιτική

Οι πολιτικές γραμμές αμφότερων των εθνύων αντιμετωπίζουν σοβαρότατα κωλύματα πολιτικής «αγκίστρωσης» με τις μητρικές τους χώρες. Η μεν Δημοκρατία της Κύπρου είναι μέλος της Ε.Ε. και οι διπλωματικές της κινήσεις σε σχέση με το σύγχρονο κυπριακό ζήτημα κινούνται προσανατολισμένες στις οδηγίες του συνασπισμού αυτού. Επιπρόσθετα, οφείλει να προασπίζεται τα συμφέροντα των άλλων κρατών-μελών κι ακόμα περισσότερο της Ελλάδας, λόγω γεωπολιτικής εγγύτητας και ιστορικής μνήμης. Πρόκειται για τον μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξ άλλου και η Κύπρος αποτελεί ένα γρανάζι αυτού. Άλλωστε, αν δεν ήταν συμβατό, ο οργανισμός θα το απέρριπτε!



Η «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» - ο όρος τίθεται σε εισαγωγικά καθώς δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένη οντότητα από κανένα κράτος πλην της Τουρκίας- ακολουθεί αντίστοιχα την πολιτική που της επιβάλλεται, συχνά δια της βίας, από την Τουρκία. Η ηγεσία της λοιπόν έχει σαφή σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων της ηπειρωτικής Τουρκίας. Μία αναδρομή στις παρουσιάσεις των σχεδίων Ανάν και τις διαβουλεύσεις επίλυσης του Κυπριακού φανερώνει την ακαμψία της Τουρκικής ηγεσίας πάνω στο ζήτημα, που φτάνει τα όρια της πλήρους απαξίωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Εξ’ ου και το Κυπριακό πρόβλημα. Όμως αυτή η ακαμψία φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με κάποιες εσωτερικές φωνές της Τουρκοκυπριακής πλευράς που μιλούν για «Επαναπροσέγγιση», που θα εξετάσουμε αμέσως πιο κάτω.





Από την άλλη, η έντονη πολιτικοποίηση του εθνοτικού συναισθήματος οδήγησε στην απαξίωση των ταξικών διαχωρισμών στην Δημοκρατία της Κύπρου. Οι ταξικές διαμάχες έχουν εξομαλυνθεί σε μεγάλο βαθμό, κυρίως μετά το 1974, με τη διχοτόμηση  και τον διαχωρισμό των εθνοτικών ομάδων. Η τάση για συνοχή που δημιουργήθηκε, έστω και τεχνητά μέσω της εισβολής, έφτασε σε βάθος χρόνου να εκφράζεται πολιτικά στην Ε.Κ πλευρά με την νίκη του ΑΚΕΛ (Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού), ένα κόμμα Μαρξιστικής- Λενινιστικής βάσης, στις εκλογές του 2001 και του 2006. Ειδικότερα μετά την εισαγωγή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε., φαίνεται να υπάρχει μια τάση ταξικής ανάπαυλας. Πολιτικά το ΑΚΕΛ τάσσεται υπέρ της ενοποιημένης, αποστρατικοποιημένης, ανεξάρτητης Κύπρου, υποστηρίζοντας την «επανένωση» των δυο κοινοτήτων με ομοσπονδιακό τρόπο διακυβέρνησης. Ωστόσο, η πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι.





Παιδεία

Σε χώρες όπου καλλιεργείται συστηματικά ο εσωστρεφής εθνικισμός κι επιδεικνύεται ο θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία από την ίδια τους την ηγεσία, οι δυνάμεις της αριστεράς τείνουν να συσπειρώνονται, κάτι ίσως αντίθετο στην πολιτική τους, θα λέγαμε χαριτολογώντας. Κάτι αντίστοιχο μοιάζει να συμβαίνει στην Τουρκοκυπριακή πλευρά.  Η συντεχνία των δασκάλων Βορείου Κύπρου (KTOS) δηλώνει υπέρ της επαναπροσέγγισης των δυο εθνύων, αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Κύπρου επισήμως και αποτελείται κατά 99% από μέλη σοσιαλιστικών-αριστερών οργανώσεων που υποστηρίζουν ένθερμα την επανένωση κι ανεξαρτησία του νησιού. Έχουν έρθει σε σύγκρουση αρκετές φορές με το καθεστώς Ντενκτάς, καταγγέλλοντας ακόμα και πράξεις δολοφονίας προς συντρόφους τους, από κρατικά όργανα. Έχουν έλθει αρκετές φορές σε επαφή με την ΠΟΕΔ, την συντεχνιακή Ένωση Δασκάλων Κύπρου προτείνοντας τους τις ιδέες τους που αφορούν ανταλλαγή μαθητών, προγράμματα γνωριμίας με την αντίθετη πλευρά και γενικά την προώθηση της άμεσης επαφής μεταξύ των μαθητών. Είναι ακριβώς εδώ που μπαίνει ο ρόλος της πολιτικής στην παιδεία.

Κάποια από τα προβλήματα της παιδείας είναι κοινά και στα δυο έθνυα. Χαρακτηριστικότερο όλων είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται στα σχολικά εγχειρίδια ο πολίτης της «απέναντι πλευράς», η παράλειψη πληροφοριών ζωτικών για την κριτική σκέψη και η διαχωριστική διατύπωση του λόγου. Για το συγκεκριμένο πρόβλημα γίνονται ήδη συζητήσεις, ωστόσο αυτό αφορά την παιδεία του κάθε εθνύου ξεχωριστά.

Διεθνοτικά, το πρόβλημα εντοπίζεται σε επίπεδο ηγεσίας. Η αριστερή KTOS, συσπειρωμένη και ενάντια στην πολιτική του ψευδοκράτους, προσπαθεί να αναπτύξει επαφές με την ΠΟΕΔ, μια συντεχνία της σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Κύπρου. Το ότι η φόρμουλα είναι σωστή για να λειτουργήσει μια τέτοια συνεργασία αποτελεί προς το παρόν ένα δημοσιογραφικό συμπέρασμα, καθώς δεν λαμβάνεται υπόψη η σύσταση της ΠΟΕΔ και η άποψη της ΤΚ κυβέρνησης. Όπως αναφέρουν στελέχη της KTOS, η ΠΟΕΔ αποτελείται κατά το ήμισυ τουλάχιστον από δεξιόφρονες δασκάλους, που βλέπουν με καχυποψία οποιαδήποτε προσπάθεια επαναπροσέγγισης. Η καχυποψία επεκτείνεται και στις αριστερές παρατάξεις, λόγω του δημοψηφίσματος του σχεδίου Ανάν 5, το 2004, που καταψηφίστηκε κατά 75% από τους ΕΚ και υπερψηφίστηκε από τους ΤΚ. Εν ολίγοις, στο δημοψήφισμα εκείνο, θεωρήθηκε ότι η καταφατική απάντηση των  Τουρκοκυπρίων αποτελεί κατάφαση της απαξίωσης της Δημοκρατίας της Κύπρου σε «πολίτη 2ας κατηγορίας», καθώς νομιμοποιούσε καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεωρείται γενικά φιλοτουρκική κίνηση. Στην πραγματικότητα η Κυπριακή πολιτική ηγεσία έχει περιπέσει σε μια φαινομενική αδράνεια τα τελευταία χρόνια, μετά και το τελευταίο δημοψήφισμα, επηρεασμένη από την ακαμψία της Τουρκικής πολιτικής και την θαλπωρή της Ε.Ε.. Τέτοιες πράξεις επαναπροσέγγισης μοιάζουν ίσως χαμένος χρόνος, όμως δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα με σιγουριά, καθώς το φαινόμενο είναι σε εξέλιξη.



Από την ΤΚ πλευρά, η κυβέρνηση δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι τέτοιου είδους προσεγγίσεις, καθώς ακυρώνουν την επίμονη αίτηση για αναγνώριση του ψευδοκράτους. Κοινώς, η πολιτική ελίτ έχει συμφέρον να διατηρήσει τον διαχωρισμό πάση θυσία, κάτι που αποτελεί πάγιο ισχυρισμό της KTOS. Μια είσοδος η μια σειρά επισκέψεων Ελληνοκύπριων μαθητών στα κατεχόμενα πιθανώς να μη δημιουργήσει διπλωματικό επεισόδιο, θα γινόταν όμως αποδεκτή η θεσμική ισχύς μιας τέτοιας κοινωνικοποίησης η θα επέμβαινε ο στρατός;

Η έννοια της «Επαναπροσέγγισης» που προτείνουν οι αριστερές παρατάξεις ήδη από το 1977, θεωρείται καμένο χαρτί από το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα. Το βασικό τους επιχείρημα είναι το εξής: Έχουν ήδη περάσει 36 χρόνια από την εισβολή. Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων μεταξύ 25 και 35 ετών που ανατράφηκε με την γνώση της εισβολής, της κατάφωρης αδικίας πάνω τους, του βιασμού της πατρίδας τους και κυρίως, του εθνικιστικού μένους των γηραιότερων, μια βαρύτατη πολιτισμική κληρονομιά. Στην ουσία, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κάποιον να «προσεγγίσουν», παρά μόνο να διεκδικήσουν τα εδάφη των προγόνων τους και να «διώξουν τους ξένους», κάτι που διδάχτηκαν στο σχολείο και στην πολιτική από τα εθνικιστικά ρεύματα, που υποστηρίζουν την ένωση με την Ελλάδα. Ταραχές και επεισόδια έρχονται για να επιβεβαιώσουν την εξαίρεση.

   Πάντως υποστηρίζεται από πολλούς, ότι οι σχέσεις ήταν αρμονικές πριν την εισβολή και ότι όλα είναι κατευθυνόμενο παιχνίδι πολιτικής.

 Το άνοιγμα της Πράσινης Γραμμής το 2004 έδωσε την ευκαιρία σε όλους να περάσουν απέναντι, δημιουργώντας επιτέλους μια γέφυρα ανάμεσα στα δυο εθνύα. Πολλοί ΤΚ περνούν την Πράσινη Γραμμή για να εργαστούν στην ΕΚ πλευρά, κάτι που έχει τονώσει θεαματικά την οικονομία της Βόρειας Κύπρου, δίνει όμως τροφή στους εθνικιστές, που ερμηνεύουν το φαινόμενο αυτό περίπου ως απομύζηση. Ωστόσο τα λιμάνια και τα αεροδρόμια στα κατεχόμενα παραμένουν κλειστά για όλους πλην της Τουρκίας.



Σήμερα καταγράφεται αυξανόμενη δυσπιστία για τη δυνατότητα συμβίωσης, αν και το 80% των Κυπρίων την θεωρεί ακόμα δυνατή. Από τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τουλάχιστον, η επιστημονική προσέγγιση της εκπαίδευσης των νέων προς μια πολυπολιτισμική αγωγή συνύπαρξης παρουσιάζεται ως μονόδρομος.



Φαίνεται ότι η Κύπρος πέρασε την εποχή της Συναινετικής Δημοκρατίας (ορισμός κατά Ντεν Μπεργκ) την περίοδο 1960 με 1973.  Ήταν η εποχή όπου πληρούσε τις τρείς βασικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο 9 σελ. 353-354 δηλαδή



·         Κάποιον βαθμό αμοιβαίας εδαφικής διείσδυσης των εθνύων

·         Αμοιβαία γενετική διείσδυση ανάμεσα στα εθνύα

·         Αμοιβαία λειτουργική διείσδυση των εθνύων.





Αυτό φαίνεται και από τις εικόνες Α και Β και την κατανομή του εθνοτικού πληθυσμού και από τις μαρτυρίες Κυπρίων πριν την εισβολή. Από το 1973 κι έπειτα, η αντιτιθέμενη διανόηση, εν προκειμένω η ΕΟΚΑ Β’ προκάλεσε τον συντηρητισμό της τότε ελίτ με το πρόσχημα της κωλυσιεργίας στην ένωση με την Ελλάδα. Ο εθνικισμός που αναδύθηκε την δεκαετία του ’60 στην Ε.Κ. πλευρά πέτυχε τον σκοπό του το 1974.



Οποιαδήποτε Συναινετική Δημοκρατία καταρρέει στη θέα των όπλων. Τα πολιτικά,  κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα που γεννώνται με αυτό τον τρόπο διάλυσης είναι τόσα πολλά και περίπλοκα που η επαναφορά της Σ.Δ. μοιάζει με δευτερεύοντα στόχο, ακόμα και όταν αποτελεί ίσως την μόνη λύση. Οι σημερινοί οικονομικοί και πολιτικοί ηγέτες σκόπιμα αγνοούν την επιστήμη και την συνεισφορά που αυτή μπορεί να έχει στην βελτίωση των συνθηκών ζωής. Αυτό φαίνεται τόσο στις διπλωματικές σχέσεις των χωρών και στην εσωτερική τους διακυβέρνηση. Η στελέχωση των πολιτικών εκπροσώπων και των διπλωματικών ομάδων αποτελείται κυρίως από πρώην νομικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες και ηθοποιούς. Ελάχιστος χώρος μένει για κοινωνιολόγους, ιστορικούς, ανθρωπολόγους και λοιπούς ακαδημαϊκούς.



Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν να παρουσιάσει εν συντομία τις συνθήκες που ευνοούν την Συναινετική Δημοκρατία στην Κύπρο. Η παρούσα εργασία πρόκειται να εμπλουτιστεί με περισσότερα ζωτικά στοιχεία και να διαμορφωθεί κατάλληλα χάριν πληρότητας εν ευθέτω χρόνω.





















Πηγές:

·         «Κύπρος Νυν και Αει», Ομοσπονδία Κυπριακών Οργανώσεων Ελλάδας, Δεκέμβριος 1990, συλλογή συνεντεύξεων.



·         “Cyprus, a Contemporary Problem in Historical Perspective”  Minnesota Mediterranean and east Europe monographs, 2006



·         «Επαναπροσέγγιση των Ανθρώπων στην Κύπρο – Ο Ρόλος της Εκπαίδευσης»  Γιώργος Σ. Γεωργίου, 2006. Μεταπτυχιακή εργασία για το ΑΠΘ με θέμα τον Κοινωνικό Αποκλεισμό. Η εργασία διατίθεται σε PDF.



           Ως κύριο γνωστικό εργαλείο για την παρούσα εργασία, χρησιμοποιήθηκε το βιβλίο του Pierre L. Van den Berghe «Το Εθνοτικό Φαινόμενο», εκδ. Κυρομάνος.




































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου